Σάββατο 7 Απριλίου 2018

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ-«ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ»

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ-«ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ»

**********ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ*********

«ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ»

Το «Άγιον και Μέγα Σάββατον» είναι η ημέρα που συνδέει τη Μεγάλη Παρασκευή -την ημέρα του Σταυρού- με την Κυριακή , ημέρα της Ανάστασης του Κυρίου। Για πολλούς ανθρώπους, η αληθινή φύση και το νόημα αυτού του «συνδέσμου», η ουσιαστική αναγκαιότητα αυτής της «ενδιάμεσης ημέρας» παραμένει άγνωστη, ή ίσως σκοτεινή. Για μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που εκκλησιάζονται οι «σπουδαιότερες» ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας είναι η Μεγάλη Παρασκευή και η Κυριακή, δηλαδή ο Σταυρός και η Ανάσταση. Χωρίς το Μεγάλο Σάββατο όμως αυτές οι δύο ημέρες παραμένουν, κατά κάποιο τρόπο, «ασύνδετες». Έχουμε δηλαδή μια ημέρα λύπης και υστέρα έρχεται η ημέρα της χαράς. Σ’ αυτή τη διαδοχή η λύπη απλά αντικαθίσταται από τη χαρά… Αλλά σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας που εκφράζεται στη λειτουργική της παράδοση, η φύση αυτής της διαδοχής δεν είναι μια απλή αντικατάσταση. Η Εκκλησία διακηρύσσει ότι ο Χριστός «επάτησε τω θανάτω τον θάνατον». Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και πριν από την Ανάσταση συμβαίνει κάποιο γεγονός στο οποίο η λύπη δεν αντικαθίσταται απλά από τη χαρά, αλλά μεταμορφώνεται σε χαρά. Το Μεγάλο Σάββατο είναι ακριβώς η ημέρα αυτής της μεταμόρφωσης , η ημέρα κατά την οποία η νίκη έρχεται από μέσα και εξαφανίζει την ήττα, η ημέρα οπότε έχουμε την ευκαιρία να ηρεμήσουμε και να σκεφτούμε, πριν από την Ανάσταση, το θάνατο του ίδιου του θανάτου … Όλα αυτά εκφράζονται, και πολύ περισσότερο βιώνονται, κάθε χρόνο στη διάρκεια αυτής της υπέροχης πρωινής ακολουθίας του Μεγάλου Σαββάτου. Η Θεία Λειτουργία αυτής της ημέρας γίνεται για μας ένα σωτήριο μεταμορφωτικό παρόν.
Ερχόμενοι στο ναό το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου έχουμε ολοκληρώσει τις ακολουθίες της Μεγάλης Παρασκευής. Σήμερα στους ενοριακούς ναούς ο Όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου ψέλνεται τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ. Η λύπη της Μεγάλης Παρασκευής είναι, επομένως, το εισαγωγικό θέμα, το σημείο έναρξης θα λέγαμε, του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου. Αρχίζει σαν νεκρώσιμη ακολουθία, σαν θρήνος σε νεκρό σώμα. Οι ιερείς βγαίνουν από το ιερό και στέκονται μπροστά στον Επιτάφιο, θυμιατίζουν αργά τον Επιτάφιο, τις εικόνες και όλο το εκκλησίασμα. Όλοι μαζί, λαός και κληρικοί, στεκόμαστε μπροστά στον τάφο του Κυρίου μας και συγκεντρώνουμε τη σκέψη μας στο μεγάλο γεγονός του Θανάτου Του, της φαινομενικής ήττας. Κείνη τη στιγμή αρχίζουμε να ψάλλουμε τα εγκώμια σε τρεις στάσεις. Τα εγκώμια είναι τροπάρια που λέγονται με στίχους από τον «Άμωμο» δηλαδή, τον 118ο Ψαλμό.
«Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι παρευόμενοι εν νόμω Κυρίου.» (Ψαλμ. 118,1).
«Η ζωή εν τάφω, κατετέθης Χριστέ…»
Με τα τροπάρια αυτά των εγκωμίων εκφράζεται ο τρόμος και το δέος των ανθρώπων και όλης της δημιουργίας μπροστά στο θάνατο του Ιησού Χριστού.
«Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματα σου». (Ψαλμ. 118,12).
«Απορεί και φύσις, νοερά και πληθύς, η ασώματος Χριστέ, το μυστήριον της αφράστου και αρρήτου σου ταφής».
«Σος ειμί εγώ, σώσόν με, ότι τα δικαιώματα σου εξεζήτησα» (Ψαλμ. 118, 94).
«Τέτρωμαι δεινώς, και σπαράττομαι τα σπλάχνα Λόγε, βλέπουσα την άδικόν σου σφαγήν έλεγεν η πάναγνος εν κλαυθμώ».

Παρ’ όλον αυτόν το θρήνο και μαζί με τη θλίψη και τον πόνο, κάτι άλλο, κάτι νέο, κάνει την εμφάνιση του και σιγά-σιγά θα γίνει περισσότερο φανερό. Πρώτα απ’ όλα το βλέπουμε στον Ψαλμό 118 που αρχίζει με τη λέξη «Μακάριοι…» Ευλογημένοι οι άμωμοι οι πορευόμενοι κατά το νόμο του Κυρίου. Ο Ψαλμός αυτός στη λειτουργική παράδοση των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας μας αποτελούσε έναν από τους βασικούς ύμνους του Μεσονυκτικού και του Όρθρου της Κυριακής. Η ημέρα της Κυριακής, όπως είναι γνωστό είναι η εβδομαδιαία ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού . Σήμερα στην πράξη της Εκκλησίας μας ο Ψαλμός 118 διαβάζεται (ή ψέλνεται) στη νεκρώσιμη ακολουθία. Το περιεχόμενο του Ψαλμού αυτού δεν είναι καθόλου νεκρώσιμο. Έχουμε στους στίχους του την καθαρότερη και πληρέστερη έκφραση αγάπης για το νόμο του θεού, δηλαδή για το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο και τη ζωή του. Η πραγματική ζωή, η ζωή την οποία έχασε ο άνθρωπος ύστερα από την αμαρτία του, βρίσκεται στην τήρηση και την εκπλήρωση του θείου Νόμου, στη ζωή με τον Θεό και για τον Θεό, για την όποια δημιουργήθηκε ο άνθρωπος.
«Εν τη οδώ των μαρτυρίων σου ετέρφθην, ως επί παντί πλούτω» (Ψαλμ. 118. 14).
«Εν τοις δικαιώμασί σου μελετήσω, ουκ επιλήσομαι των λόγων σου» (Ψαλμ. 118. 16).
Επειδή ο Ιησούς Χριστός είναι η εικόνα της τέλειας τήρησης του θείου Νόμου, και όλη η ζωή Του είχε έναν και μόνο σκοπό, την πλήρη υπακοή στο θέλημα του Πατρός Του, η Εκκλησία ερμηνεύει αυτό τον Ψαλμό σαν τα λόγια του ίδιου του Χριστού προς τον Πατέρα Του: «Ίδε ότι τας εντολάς σου ηγάπησα · Κύριε, εν τω ελέει σου ζήσόν με» (Ψαλμ. 118, 159).
Ο θάνατος του Ιησού Χριστού είναι η τελική απόδειξη της αγάπης Του για το θέλημα του Θεού και της υπακοής Του στον πατέρα Του. Είναι μια πράξη καθαρής υπακοής και πλήρους εμπιστοσύνης στο θέλημα του Πατέρα · και για την Εκκλησία, ακριβώς αυτή η μέχρι τέλους υπακοή, αυτή η τέλεια κένωση του Υιού, βάζει το θεμέλιο και κάνει την αρχή για τη νίκη. Ο Πατέρας επιθυμεί αυτόν το θάνατο, ο Υιός τον αποδέχεται, αποδέχεται αποκαλύπτοντας άνευ ορών πίστη στην τελειότητα του θελήματος του Πατέρα και στην αναγκαιότητα αυτής της θυσίας του Υιού από τον Πατέρα. Ο Ψαλμός 118 είναι ψαλμός τέτοιας υπακοής και γι’ αυτό αποτελεί μια προαγγελία ότι μ’ αυτή την υπακοή αρχίζει ο θρίαμβος…
Αλλά γιατί άραγε ο Πατέρας να επιθυμεί αυτό το θάνατο; Γιατί ο θάνατος του Υιού είναι αναγκαίος; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι το τρίτο θέμα που αναφέρουν οι ύμνοι του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου. Το βλέπουμε πρώτα στα τροπάρια των Αίνων που ακολουθούν ύστερα από στίχους του Ψαλμού 118. Στα τροπάρια αυτά ο θάνατος του Χριστού περιγράφεται σαν κάθοδος στον Άδη.
«Σήμερον συνέχει τάφος, τον συνέχοντα παλάμη την κτίσιν·· καλύπτει λίθος, τον καλύψαντα αρετή τους ουρανούς·· υπνοί η ζωή, και Άδης τρέμει και Αδάμ των δεσμών απολύεται. Δόξα τη ση οικονομία, δι’ ης τελέσας πάντα σαββατισμόν αιώνιον, εδωρήσω ημίν την παναγίαν εκ νεκρών σον ανάστασιν».
«Άδης» δεν είναι κάποιος τόπος, αλλά στη βιβλική γλώσσα σημαίνει αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα του θανάτου, την κατάσταση του σκότους, της απελπισίας, της καταστροφής, ό,τι δηλαδή είναι ο θάνατος. Και αυτή η πραγματικότητα του θανάτου – την οποία φυσικά δεν δημιούργησε ο Θεός, ούτε τη θέλησε ποτέ για τα δημιουργήματα Του – τονίζει έντονα ότι ο «Άρχων του κόσμου τούτου » έχει τεράστια δύναμη στον κόσμο. Σατανάς, Αμαρτία, Θάνατος είναι o ι «διαστάσεις» του Άδη · είναι το περιεχόμενο του. Διότι η αμαρτία έρχεται από το Σατανά και ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας: «δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθεν και δια της αμαρτίας ο θάνατος» (Ρωμ. 5,12). «Εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως» (Ρωμ. 5,14). Έτσι όλο το σύμπαν έγινε ένα απέραντο κοσμικό νεκροταφείο και καταδικάστηκε στην καταστροφή και την απόγνωση. Γι’ αυτό ο θάνατος είναι ο «έσχατος εχθρός» (Α’ Κορ. 15, 27) ο οποίος καταργείται , νικιέται μόνο με το θάνατο του σαρκωθέντος Χριστού. Αυτή η συνάντηση με το θάνατο είναι η «ώρα» του Χριστού για την οποία είπε: «αλλά δια τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην» (Ίω. 12, 27)… και τώρα αυτή η «ώρα» ήρθε · και ο Υιός του Θεού εισέρχεται στη χώρα του θανάτου, πεθαίνει. Oι Πατέρες της Εκκλησίας μας, συνήθως, περιγράφουν αυτή τη στιγμή σαν μια μονομαχία ανάμεσα στον Χριστό και το Θάνατο, στο Χριστό και το Σατανά. Γιατί αυτός ο θάνατος, ο θάνατος του Χριστού, θα ήταν ή ο τελικός θρίαμβος του Σατανά, ή η τελειωτική και αμετάκλητη ήττα του.
Η μονομαχία του Ιησού Χριστού με το Σατανά εκτελείται σε διάφορα στάδια. Στην αρχή οι δυνάμεις του κακού φαίνεται να θριαμβεύουν. Ο Δίκαιος σταυρώνεται, εγκαταλείπεται από όλους, υπομένει εξευτελιστικό θάνατο. Κατεβαίνει στον «Άδη» και εγκαθίσταται στην περιοχή του σκότους και της απόγνωσης… Αλλά, ακριβώς αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, αποκαλύπτεται το πραγματικό νόημα αυτού του θανάτου. Εκείνος που πεθαίνει στο Σταυρό έχει τη ζωή μέσα Του – είναι ο ίδιος ζωή. Δηλαδή η ζωή Του δεν είναι κάποια δωρεά που Του δόθηκε από κάποιον άλλον από έξω, δωρεά που θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να Του αφαιρεθεί, αλλά είναι ο ίδιος ζωή · η ζωή είναι η ίδια η ουσία Του. Διότι Αυτός είναι η ζωή και η πηγή κάθε ζωής. «Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων». (Ιω. 1, 4). Ο άνθρωπος Ιησούς πεθαίνει, αλλά αυτός ο Άνθρωπος είναι ο Υιός του Θεού. Σαν άνθρωπος μπορεί πραγματικά να πεθάνει, αλλά «εν Αυτώ» ο ίδιος ο Θεός εισέρχεται στην πραγματικότητα του θανάτου, συμμετέχει στο θάνατο . Αυτό είναι το μοναδικό, το αναλλοίωτο νόημα του θανάτου του Χριστού. Ο Άνθρωπος που πεθαίνει είναι Θεός, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, είναι ο Θεάνθρωπος. Ο Θεός είναι ο Άγιος, ο Αθάνατος. Εκείνος ο οποίος «ασυγχήτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως γέγονεν άνθρωπος» και μόνο σ’ αυτή την ενότητα του Θεού και του Ανθρώπου, στο πρόσωπο του Χριστού, μπορεί ο ανθρώπινος θάνατος να προσληφθεί από τον θεό, να ξεπεραστεί και να καταστραφεί γιατί ο Χριστός «επάτησε τω θανάτω τον θάνατον».
Τώρα λοιπόν – ύστερα απ’ όλα αυτά – καταλαβαίνουμε γιατί ο Θεός επιθυμεί αυτόν το θάνατο, γιατί ο Πατέρας προσφέρει το Μονογενή Υιό Του να θανατωθεί. Θέλει, διακαώς, όλο το ανθρώπινο γένος να σωθεί, το επιθυμεί, αλλά δεν το επιβάλλει. Δηλαδή αυτή η νίκη κατά του θανάτου δεν είναι πράξη της θεϊκής Του δύναμης. Ο Ιησούς Χριστός στον κήπο της Γεθσημανής είχε πει: «δοκείς ότι ου δύναμαι άρτι παρακαλέσαι τον πατέρα μου, και παραστήσει μοι πλείους ή δώδεκα λεγεώνας αγγέλων;» (Ματθ. 26, 53). Δεν χρησιμοποιεί όμως τη θεϊκή Του δύναμη, ούτε κάποιον εκβιασμό, έστω και αν αυτή η βία μπορεί να φέρει σωτηρία. Η νίκη Του, λοιπόν, κατά του θανάτου είναι πράξη αγάπης, ελευθερίας και αβίαστης παράδοσης στον θεό Πατέρα Του. Γιατί ο θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο να αγαπάει και να αφοσιώνεται στον θεό μέσα σε πλήρη ελευθερία, χωρίς καταναγκασμούς και πιέσεις. Κάθε άλλος τρόπος σωτηρίας θα ερχόταν σε αντίθεση με τη φύση του ανθρώπου και επομένως δεν θα ήταν πραγματική σωτηρία. Ακριβώς γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να σαρκωθεί και να σταυρωθεί ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Με τη Σάρκωση και το θάνατο του Χριστού ο άνθρωπος επανακτά την αγάπη και την υπακοή. Με το Χριστό ο άνθρωπος ξεπερνάει την αμαρτία και το κακό. Είναι ουσιαστικό ότι ο θάνατος δεν καταπατήθηκε μόνο από τον θεό, αλλά ξεπεράστηκε και νικήθηκε μέσα στην ίδια την ανθρώπινη φύση από τον άνθρωπο και δια του άνθρωπου. «Επειδή γαρ δι’ ανθρώπου ο θάνατος, και δι’ ανθρώπου ανάστασις νεκρών. Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται.» (Α’ Κορ. 15, 21-22).
Ο Ιησούς Χριστός τελείως ελεύθερα δέχεται το θάνατο. Λέει δε για τη ζωή Του: «Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ εμαυτού» (Ιω. 10, 18). Θυσιάζει οικειοθελώς τη ζωή Του αλλά όχι χωρίς πάλη. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου διαβάζουμε: «…ήρξατο λυπείσθαι και αδημονείν… λέγει τοις μαθηταίς · περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου» (Ματθ. 26, 37). Αυτή τη στιγμή της αγωνίας Του κορυφώνεται το μέτρο της υπακοής Του, και επομένως εδώ βρίσκεται και η εξουδετέρωση, η καταστροφή της ηθικής ρίζας του θανάτου , του θανάτου σαν αποτέλεσμα της αμαρτίας και της παρακοής.
Όλη η ζωή του Ιησού Χριστού είναι ζωή «εν θεώ» – όπως ακριβώς πρέπει να είναι η ζωή κάθε ανθρώπου – είναι «Ζωή πε πληρωμένη». Αυτή η ζωή, η γεμάτη από νόημα και περιεχόμενο, γεμάτη από τον Θεό, ξεπερνάει το θάνατο και καταστρέφει τη δύναμη του. Διότι θάνατος, πάνω απ’ όλα, είναι η στέρηση της ζωής, η διάλυση της ζωής που έχει ξεκοπεί από τη μοναδική πηγή της. Ο θάνατος του Χριστού είναι μια κίνηση αγάπης προς τον Θεό, μια πράξη υπακοής και εμπιστοσύνης, πίστης και τελειότητας – είναι μια πράξη ζωής, («Πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» Λουκ. 23, 46), η όποια εκμηδενίζει το θάνατο. Η Ζωή είναι ο θάνατος του θανάτου!
Αυτό είναι το νόημα της καθόδου του Χριστού στον Άδη, το νόημα του θανάτου Του που έγινε Νίκη. Και το φως αυτής της νίκης φωταγωγεί την αγρυπνία και το θρήνο μας μπροστά στον Τάφο:«Η ζωή πως θνήσκεις: Πως και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε, και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς. Ιησού Χριστέ μου, Βασιλεύ του παντός τι ζητών τοις εν τω Άδη ελήλυθας; ή το γένος απολύσαι των βρωτών;
Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας και έπήγασας τω κόσμω την ζωήν.
Ως φωτός λυχνία, νυν η σαρξ του Θεού, υπό γην ως υπό μόδιον κρύπτεται, και διώκει τον εν Άδη σκοτασμόν.»
(Τροπάρια από την πρώτη στάση των Εγκωμίων)
Η ζωή μπαίνει στο Βασίλειο του θανάτου. Το θείο Φως λάμπει στα φρικτά σκοτάδια του. Φωτίζει όλους αυτούς που βρίσκονται εκεί, διότι ο Χριστός είναι η ζωή όλων και η μοναδική πηγή κάθε ζωής. Έτσι ο Χριστός πεθαίνει για όλους και ό,τι συμβαίνει στη ζωή Του, συμβαίνει στην ίδια τη ζωή, στη ζωή όλων μας… Αυτή η κάθοδος στον Άδη είναι η συνάντηση της ζωής όλων μας με το θάνατο όλων μας:
«Επί γης κατήλθες, ίνα σώσεις Αδάμ · και εν γη μη ευρηκώς τούτον Δέσποτα, μέχρις Άδου κατελήλυθας ζητών».
(Τροπάριο από την πρώτη στάση των Εγκωμίων). Η λύπη και η χαρά αλληλοχτυπιούνται και τώρα η χαρά είναι εκείνη που νικάει. Τα εγκώμια συμπληρώνονται και ο διάλογος – μονομαχία – ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο φτάνει στο τέλος. Για πρώτη φορά ακούγεται ο ύμνος της νίκης και του θριάμβου, ο ύμνος της χαράς. Αυτόν τον ύμνο τον ακούμε κάθε Κυριακή στον Όρθρο, καθώς αρχίζουμε την ημέρα της Αναστάσεως:
«Των Αγγέλων ο δήμος, κατεπλάγη ορών σε εν νεκροίς λογισθέντα, του θανάτου δε Σωτήρ, την ισχύν καθελόντα, και συν εαυτώ τον Αδάμ εγείραντα, και εξ Άδου πάντας ελευθερώσαντα.
Τι τα μύρα, συμπαθώς τοις δάκρυσιν, ω μαθήτριαι κιρνάτε; ο αστράπτων εν τω τάφω άγγελος προσεφθέγγετο ταίς μυροφόροις · ίδετε υμείς τον τάφον και ήσθητε · ο Σωτήρ γαρ εξανέστη τον μνήματος»
Έπειτα αρχίζει ο ωραιότατος Κανόνας του Μεγάλου Σαββάτου, στον οποίο, για άλλη μια φορά, συνοψίζονται και εξετάζονται βαθύτερα όλα τα θέματα – από τον νεκρώσιμο θρήνο ως τη νίκη κατά του θανάτου – και τελειώνει με το εξής τροπάριο της Θ’ Ωδής:«Αγαλλιάσθω η κτίσις·· ευφραινέσθωσαν πάντες οι γηγενείς· ο γαρ εχθρός εσκύλευται Άδης· μετά μύρων Γυναίκες προσυπαντάτωσαν· τον Αδάμ συν τη Εύα λυτρούται παγγενή· και τη τρίτη ημέρα εξαναστήσομαι!»

«Και τη τρίτη ημέρα εξαναστήσομαι!» Από δω και μπρος πια η πασχαλινή χαρά αρχίζει να πλημμυρίζει την ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου. Εμείς όμως στεκόμαστε ακόμα μπροστά στον Τάφο, αλλά ο Τάφος αυτός είναι ζωηφόρος! Η Ζωή αναπαύεται «εν τάφω», μια καινούργια δημιουργία ξεπηδάει από τον Τάφο αυτόν. Για μια ακόμα φορά, την ημέρα της αναπαύσεως, την Εβδόμη Ημέρα, ο Δημιουργός «αναπαύσατο από παντός έργου». «Η Ζωή εν τω τάφω και ο Άδης τρέμει», και μεις σιωπάμε και εμβαθύνουμε στο νόημα αυτού του ευλογημένου Σαββάτου και στην ιερή ησυχία Εκείνου που μας ξαναφέρνει στη ζωή. «Δεύτε ίδωμεν την ζωήν ημών, εν τάφω κειμένην, ίνα τους εν τάφοις κείμενους ζωοποιήση». Το πλήρες νόημα και το μυστικό βάθος της «Έβδομης Ημέρας» – του Μεγάλου Σαββάτου – που είναι ημέρα πλήρωσης και αποκορύφωσης, αποκαλύπτεται τώρα εντελώς. Το δοξαστικό των Αίνων μιλάει αποκαλυπτικά:
«Την σήμερον μυστικώς, ο μέγας Μωϋσής προδιετυπούτο λέγων· Και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην· Τούτο γαρ εστί το ευλογημένον Σάββατον, αύτη εστίν η της καταπαύσεως ημέρα· εν η κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ο μονογενής Υιός του Θεού, διά της κατά τον θάνατον οικονομίας, τη σαρκί σαββατίσας· και εις ο ην, πάλιν επανελθών, δια της Αναστάσεως, εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον, ως μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος.»
Όταν το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής στη διάρκεια του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, κάνουμε την περιφορά του Επιταφίου – μια απλή και γεμάτη δέος περιφορά γύρω από το ναό – δεν κάνουμε μια επικήδεια πορεία. Όχι. Είναι ο Υιός του Αθανάτου Θεού που πορεύεται μέσα στο σκοτάδι του Άδη και αναγγέλει σε «όλες τις γενεές του Αδάμ» τη χαρά της ερχόμενης ανάστασης. «Αναστήσονται o ι νεκροί, και εγερθήσονται o ι εν τοις μνημείοις, και πάντες οι εν τη γη αγαλλιάσονται».
Όταν μετά την περιφορά του Επιταφίου, γυρίζουμε στο ναό, γνωρίζουμε πια το μυστήριο του ζωοδότου θανάτου του Χριστού. Ο Άδης πατήθηκε. Ο Άδης τρέμει. Μπαίνουμε πια στο τελικό θέμα: την Ανάσταση.
Το Σάββατο, η Εβδόμη Ημέρα, ολοκληρώνει την ιστορία της σωτηρίας, της οποίας η τελευταία πράξη υπήρξε το ξεπέρασμα του θανάτου. Μετά το Σάββατο έρχεται η Πρώτη Ημέρα της νέας δη μιουργίας, της νέας ζωής που βγήκε από τον Τάφο. Το θέμα της Ανάστασης εγκαινιάζεται με το προκείμενον του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου. «Ανάστα, Κύριε, βοήθησον ημίν. Ο Θεός, εν τοις ωσίν ημών ηκούσαμεν».
Ακολουθεί το πρώτο ανάγνωσμα, από τις προφητείες του Ιεζεκιήλ (κεφ. 37), για τα «οστά τα ξηρά». «Έθηκέ με εν μέσω του πεδίου · και τούτο ην μεστόν οστέων ανθρωπίνων ξηρών…» Η προφητεία παρουσιάζει εδώ το θρίαμβο του θανάτου πάνω στον κόσμο και στο σκοτάδι και την χωρίς καμιά ελπίδα καταδίκη σε θάνατο όλου του σύμπαντος . Αλλά ο Θεός μιλάει στον προφήτη. Του αναγγέλλει ότι αυτή η καταδίκη δεν είναι ο τελικός και αμετάκλητος προορισμός του ανθρώπου. Τα «οστά τα ξηρά» θα ακούσουν τους λόγους του Κυρίου. Οι νεκροί θα ζήσουν και πάλι. «Τάδε λέγει Κύριος Κύριος · ιδού εγώ ανοίγω τα μνήματα υμών, και ανάξω υμάς εκ των μνημάτων υμών και εισάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ.» Μετά από την προφητεία αυτή έρχεται το δεύτερο προκείμενο με το ίδιο θέμα – επίκληση:
« Ανάστηθι, Κύριε ο Θεός μου, υψωθήτω η χειρ σου.»
Πως θα συμβεί αυτό; Πως θα πραγματοποιηθεί αυτή η παγκόσμια ανάσταση; Το δεύτερο ανάγνωσμα που ακολουθεί (Α’ Κορ. 5, 6-8 και Γαλ. 3, 13-14) δίνει την απάντηση. «Μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμοί · και γαρ το Πάσχα ημών, υπέρ ημών ετύθη Χριστός». Ο Ιησούς Χριστός, το «ημέτερον Πάσχα», είναι αυτό το φύραμα της αναστάσεως όλων μας. Όπως ο Θάνατος Του νικάει τον άρχοντα του θανάτου, έτσι και η Ανάσταση Του είναι η απόδειξη της αναστάσεως όλων μας, διότι η ζωή Του είναι πηγή κάθε ζωής. Οι στίχοι του Αλληλούια που ακολουθούν – και που κυρίως ψάλλονται στην Πασχαλινή ακολουθία – αναγγέλλουν την Ανάσταση και επικυρώνουν την τελική απάντηση, τη βεβαιότητα, ότι ο καιρός της νέας δημιουργίας, της ανέσπερης Ημέρας, έχει αρχίσει:
«Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια!
Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν.
Ως εκλείπει καπνός, εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από πρόσωπον πυρός.
Ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί, από προσώπου του Θεού.»
Τα αναγνώσματα από τις προφητείες τελείωσαν. Μέχρι τώρα δεν ακούσαμε παρά μόνο προφητείες. Ακόμα βρισκόμαστε στο Μεγάλο Σάββατο, μπροστά στον τάφο του Χριστού. Θα πρέπει να ζήσουμε όλη τούτη τη μακρυά ημέρα πριν να φτάσουμε στο τέλος της, στα μεσάνυχτα, για ν’ ακούσουμε το: «Χριστός ανέστη!» πριν μπούμε για τα καλά στη γιορτή της Ανάστασης του Κυρίου. Γι’ αυτό σε τούτη την ορθρινή ακολουθία το τρίτο ανάγνωσμα που την συμπληρώνει είναι από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (κεφ. 27, 62-66) και μας μιλάει, ακόμα μια φορά, για τον Τάφο του Κυρίου και το σφράγισμα του: «οι δε πορευθέντες ησφαλίσαντο τον τάφον σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας».
Έτσι τελειώνει ο Όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου που διαβάζεται τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ. Και ακριβώς εδώ, μ’ αυτό το τέλος, γίνεται εντονότερο το εσχατολογικό νόημα αυτής της «ενδιάμεσης ημέρας», του «Ευλογημένου Σαββάτου». Ο Ιησούς Χριστός «ανέστη εκ νεκρών». Την Ανάσταση Του θα τη γιορτάσουμε μεγαλόπρεπα την ημέρα του Πάσχα, την Κυριακή. Αυτή η γιορτή εξαίρει ένα μοναδικό γεγονός του παρελθόντος και συμμετέχει σ’ ένα μυστήριο του μέλλοντος . Ζούμε ήδη τη δική Του Ανάσταση, όχι όμως ακόμα τη δική μας. Εμείς έχουμε δρόμο μπροστά μας να πορευτούμε. Πρέπει να πεθάνουμε, να αποδεχτούμε το θάνατο, το χωρισμό, την καταστροφή. Η πραγματικότητα στην οποία ζούμε σε τούτον τον κόσμο, στον «παρόντα αιώνα» είναι ακριβώς αυτή η πραγματικότητα του Μεγάλου Σαββάτου. Όσα έγιναν αυτό το Σάββατο και τα γιορτάζουμε σήμερα, είναι η αληθινή εικόνα των συνθηκών της ανθρωπότητας σήμερα.
Πιστεύουμε στην Ανάσταση, γιατί ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε, πάτησε «θανάτω» το θάνατο. Προσδοκούμε την Ανάσταση. Ξέρουμε ότι ο Θάνατος του Χριστού εκμηδένισε τη δύναμη του θανάτου. Ο θάνατος δεν αποτελεί πια το απελπισμένο τέλος του άνθρωπου και την καταστροφή του σύμπαντος… Όταν βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, βαπτιζόμαστε στο θάνατο του Χριστού και από κείνη τη στιγμή συμμετέχουμε στη ζωή Του που βγήκε από τον τάφο. Κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του, που είναι η τροφή της αθανασίας, της αιωνιότητας. Έχουμε έτσι μέσα μας τη βεβαιότητα της συμμετοχής στην αιώνια ζωή. Όλη η χριστιανική ζωή, η ύπαρξη μας «εν Χριστώ» σταθμίζεται, μετριέται, με αυτές τις ενέργειες μας που μας φέρνουν σε άμεση κοινωνία με τον «νέο αιώνα» της Θείας Βασιλείας, ενώ ακόμα ζούμε εδώ, σ’ αυτή τη γη οπού ο θάνατος είναι το αναπόφευκτο μερίδιο μας.
Αλλά αυτή η ζωή ανάμεσα στην Ανάσταση του Χριστού και στην ημέρα της κοινής ανάστασης δεν είναι ακριβέστατα η ζωή κατά το Μεγάλο Σάββατο; Δεν είναι η προσδοκία , το θεμελιώδες και ουσιαστικό μέρος της χριστιανικής ζωής και εμπειρίας μας; Όλοι μας περιμένουμε… Περιμένουμε με αγάπη, ελπίδα και πίστη. Και αυτή η αναμονή, η προσδοκία για τον ερχομό της ανάστασης και της ζωής του «κόσμου τούτου», της ζωής που «κέκρυπται συν τω Χριστώ” (Κολ. 3, 3-4), αυτή η αυξανόμενη προσδοκία «εν αγάπη και βεβαιότητι», είναι το δικό μας Μεγάλο Σάββατο. «Σιγησάτω πασά σαρξ βροτεία, και στήτω μετά φόβου και τρόμου, και μηδέν γή ϊνον εν εαυτή λογιζέσθω…» ψέλνουμε αντί του Χερουβικού ύμνου στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου. Σιγά-σιγά καθετί σ’ αυτό τον κόσμο διαπερνιέται από το Φως που έρχεται από κει που προσδοκούμε . Το «είδωλο του κόσμου τούτου» περνάει, χάνεται και αυτή η άφθορη ζωή «εν Χριστώ» γίνεται η μέγιστη και οριστική αξία μας.
Κάθε χρόνο το Μεγάλο Σάββατο, μετά από την πρωινή ακολουθία και τη Θεία Λειτουργία, περιμένουμε τη νύχτα της Ανάστασης και το πλήρωμα της Πασχαλινής ευφροσύνης. Ξέρουμε ότι ώρα με την ώρα έρχεται αυτή η νύχτα και όμως πόσο αργό μας φαίνεται αυτό το πλησίασμα, πόσο μακρυά και ατέλειωτη είναι τούτη η ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου! Αλλ’ όμως αυτή η σιγή, η θαυμαστή ησυχία του Μεγάλου Σαββάτου, δεν είναι το καλύτερο σύμβολο της ζωής μας σ’ αυτό τον κόσμο; Δεν είναι η ζωή μας εδώ στη γη μια συνεχής αναμονή; Δεν βρισκόμαστε πάντοτε στην «ενδιάμεση ημέρα» περιμένοντας το Πάσχα του Κυρίου, προετοιμάζοντας τον εαυτό μας για την ανέσπερη ημέρα της Βασιλείας Του;
Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΓΙΑΣ & ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΟΜΑΔΟΣ


Ἀγαπητοὶ ἐνορίτες,
Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἰσήλθαμε εἰς τὴν πλέον Ἱερὰ Περίοδο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστὴς, ὅπου θὰ ζήσουμε γιά μία ἀκόμη φορὰ τὰ Ἄχραντα Πάθη ἀλλὰ καὶ τὴν Ἔνδοξο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στήν προσπάθειά μας γιά τὴν καλύτερη ἐξυπηρέτησής σας, σᾶς παραθέτουμε παρακάτω τὸ βασικὸ πρόγραμμα τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τῆς Ἀναστάσεως.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ 1η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018.
Ἑορτάζομεν τὴν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα θριαμβευτικήν εἴσοδο τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὥρα:
07:00 - 10:00 Θεία Λειτουργία τῶν Βαΐων.
19:30 - 21:00 Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου.

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 2α ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018.
Μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ παγκάλου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταραθείσης καὶ ξηρανθείσης συκῆς.
Ὥρα:
19:30 - 21:00 Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ 3η ΑΠΡΙΛΙΟΥ.2018
Μνείαν ποιούμεθα τῆς παραβολῆς τῶν δέκα Παρθένων.
Ὥρα:

19:30 - 21:00 Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ 4η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018
Μνείαν ποιούμεθα τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικὸς.
Ὥρα:
18:00 - 19:15 Τὸ Μυστήριον τοῦ Ἁγίου καὶ Ἱεροῦ Εὐχελαίου.
19:30 - 21:00 Ἀκολουθία τοῦ Νιπτήρος.


ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ 5η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018.
Μνείαν ποιούμεθα τοῦ Ἱεροῦ Νιπτῆρος, τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, τῆς ἐν Γεθσημανῇ Προσευχῆς τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ἰούδα προδοσίας τοῦ Κυρίου.
Ὥρα:
07:30 - 09:30 Μ. Ἐσπερινὸς μετὰ τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου.
19:00 - 22:30 Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Παθῶν (12 Ευαγγέλια).
(Ὁ Ἱερὸς Ναὸς θὰ παραμείνει ἀνοικτὸς καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ στολισμοῦ τοῦ Ἐπιταφίου).
 

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 6η  ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018.
Ἐπιτελοῦμεν ἀνάμνησιν τῶν ἁγίων καὶ σωτηρίων παθῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
(Ὁ Ἱερὸς Ναὸς θὰ παραμείνει ἀνοικτὸς καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας).
Ὥρα:
08:00 – 10:30 Αἱ Μεγάλαι Ὧραι.
Μ. Ἐσπερινὸς - Ἱερὰ Ἀποκαθήλωσις.
10:30 - 12:00 Τρισάγια -ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΝ ΔΙΓΕΛΙΩΤΙΚΩΝ
19:00 - 22:30 Ἀκολουθία Επιταφίου Θρήνου.
Ἔξοδος τοῦ Ἐπιταφίου 21:00

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ 7η   ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018.
Ἑορτάζομεν τὴν Θεόσωμον ταφὴν καὶ τὴν εἰς ᾅδου κάθοδον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὥρα:
07:30 - 9:30 Μέγας Ἐσπερινὸς μετὰ τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου.

Ἑορτάζομεν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν
τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὥρα:
11:00 νυχτερινή Κωδωνοκρουσία. Ἡ Ἀκολουθίας τῆς Παννυχίδος.


23:30 (περίπου) Ὑποδοχὴ τοῦ Ἁγίου Φωτὸς εἰς στόν Ἱερὸ Ναό μας. 
24:00 ἀκριβῶς. Ἡ Λαμπαδηφόρος ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
24:30 - 01:45 (περίπου) Ἡ Ἀναστάσιμη Θεία Λειτουργία

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 8η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018

18:30 - 19:30 Ὁ Μέγας Ἐσπερινὸς τῆς Ἀγάπης.

Κυριακή των Βαΐων – Η είσοδος στην αγία πόλη

Κυριακή των Βαΐων – Η είσοδος στην αγία πόλη

Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιωάν. ιβ΄ 1-18
Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ,  Ἰούδας Σίμωνος  Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ  Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9  Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν  Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν  Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν  Ἰησοῦν.
12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται  Ἰησοῦς εἰς  Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ  Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17  Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
Η είσοδος στην αγία πόλη

Το μύρο της Αγάπης

Έξι μέρες πριν από την εορτή του Πάσχα ήλθε ο Ιησούς στη Βηθανία στο σπίτι του Λαζάρου, τον οποίο είχε αναστήσει πριν λίγες μέρες. Εκεί οι συγγενείς του Λαζάρου από ευγνωμοσύνη για το θαύμα που έκανε ο Κύριος, Του ετοίμασαν δείπνο· και η αδελφή του Λαζάρου Μάρθα Τον διακονούσε. Η Μαρία, η άλλη του αδελφή, είχε αγοράσει πανάκριβο μύρο, άλειψε μ’ αυτό τα πόδια του Ιησού και το σπίτι όλο γέμισε από την ευωδία του μύρου.  Όταν όμως είδε την πράξη αυτή ο φιλάργυρος Ιούδας, διαμαρτυρήθηκε έντονα: γιατί να χυθεί άσκοπα το μύρο και να μην πουληθεί για να δοθεί ως ελεημοσύνη στους πτωχούς; Δεν ενδιαφερόταν βέβαια για τους πτωχούς, αλλά το είπε αυτό διότι κρατούσε το ταμείο κι από αυτό υπέκλεπτε χρήματα. Τότε ο Ιησούς του απάντησε: Άφησε ήσυχη τη γυναίκα, διότι φύλαξε το μύρο αυτό για τον ενταφιασμό μου. Τους φτωχούς πάντοτε θα τους έχετε κοντά σας, εμένα όμως όχι.
Με τα λόγια αυτά ο Κύριος επιβράβευσε την πράξη αυτή της Μαρίας. Γιατί άραγε; Είχε ανάγκη ο Κύριος από το μύρο της; Όχι ασφαλώς. Αλλά διότι η Μαρία με την πράξη της αυτή εκδήλωσε μια αληθινή και γνήσια αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη της, πολύ ανώτερη από αυτήν που είχαν άλλοι. Πρόσφερε το πολύτιμο μύρο της με τόση αφθονία, χωρίς να υπολογίσει το πολύ μεγάλο οικονομικό κόστος του. Εάν είχε κάτι άλλο πολυτιμότερο να προσφέρει στον Κύριο, θα το προσέφερε κι αυτό. Τι κι αν οι μαθητές δεν κατενόησαν τότε την πράξη της; Τι κι αν ο Ιούδας διαμαρτυρήθηκε δόλια; Η Μαρία δεν φοβήθηκε καμία αντίδραση. Δεν αδιαφορούσε βέβαια για τους πτωχούς, αλλά αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο τον Κύριό της.
Η αγάπη και ευγνωμοσύνη της Μαρίας έκρυβε επιπλέον και βαθιά ταπείνωση. Διότι στους Ιουδαίους θεωρούνταν εξευτελισμός να παρουσιασθεί μία γυναίκα με ξέμπλεκα τα μαλλιά της μπροστά σε άλλους. Και μάλιστα να κάνει ένα έργο τόσο ταπεινωτικό! Αυτή όμως δεν δίστασε να κάνει κάτι που θα την ταπείνωνε. Αυτή ήθελε να εκδηλώσει την αγάπη της προς τον Κύριο. Τίποτε άλλο δεν σκεφτόταν. Διότι αισθανόταν ότι ο Κύριος ήταν ευεργέτης της, ο λυτρωτής της και όλου του κόσμου.
Με την πράξη της αυτή η Μαρία διδάσκει κι εμάς ότι η αγάπη μας και η ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο δεν πρέπει να μειώνεται από κανένα εμπόδιο. Και ότι όταν αυτή η αγάπη μας προς τον Κύριο είναι η πρώτη και μεγαλύτερη, τότε επιστρέφει πίσω σε μας πολύ πιο πλούσια. Διότι η Μαρία απ’ αυτή την πράξη της δέχθηκε την πνευματική ευωδία του Χριστού, τη χάρη του και την ευλογία του. Ας προσφέρουμε λοιπόν κι εμείς στον Κύριο το μύρο της αγάπης, της ευγνωμοσύνης και της λατρείας μας και θα αισθανθούμε το μύρο της θείας αγάπης να ευωδιάζει μέσα μας και γύρω μας, και να ζωογονεί την ψυχή μας.

Ο Βασιλιάς της κτίσεως

Την επόμενη ημέρα λαός πολύς που είχε έλθει στην Ιερουσαλήμ για την εορτή του Πάσχα,  μόλις άκουσαν ότι έρχεται ο Ιησούς στην αγία πόλη, πήραν στα χέρια του κλαδιά από φοίνικες και βγήκαν από την πόλη για να Τον υποδεχθούν. Και καθώς Τον έβλεπαν να εισέρχεται καθισμένος πάνω σ’ ένα πουλάρι, παραληρούσαν και με συγκίνηση κι ενθουσιασμό φώναζαν: «Ωσαννά, ευλογημένος είναι αυτός που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο. Αυτός είναι ο ένδοξος βασιλιάς του Ισραήλ που περιμέναμε!». Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του Ζαχαρίου που έλεγε: «Μη φοβάσαι, Ιερουσαλήμ, έρχεται ο βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σ’ ένα πουλάρι». Εν τω μεταξύ τα πλήθη όλο και αυξάνονταν. Οι Φαρισαίοι όμως βλέποντας τον ενθουσιασμό του πλήθους ερεθίστηκαν πολύ και σκέφθηκαν να συλλάβουν τον Κύριο το συντομότερο.
Πού όμως οφειλόταν ο μεγάλος ενθουσιασμός του πλήθους; Γιατί οι απλοί αυτοί άνθρωποι του λαού πανηγύριζαν ασυγκράτητα; Διότι πολλοί από αυτούς είχαν πληροφορηθεί ότι ο Κύριος είχε αναστήσει πριν από λίγες ημέρες τον Λάζαρο. Και μετέδιδαν την είδηση αυτή από στόμα σε στόμα. Θεωρούσαν ότι ο Ιησούς, αφού μπορούσε να αναστήσει έναν άνθρωπο, θα μπορούσε ασφαλώς να αναστήσει κι ένα έθνος. Το έθνος τους. Και προϋπάντησαν τον Χριστό κρατώντας κλαδιά φοινίκων, που ήταν σύμβολα νίκης, επειδή ακριβώς τον υποδέχονταν ως νικητή του θανάτου, και όπως ήλπιζαν, νικητή των κατακτητών τους Ρωμαίων. Τον αναγνώριζαν ως βασιλέα του Ισραήλ, ως τον Μεσσία που περίμεναν. Γι’ αυτό κραύγαζαν στίχους του μεσσιακού Ψαλμού. Αλλά δυστυχώς δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι ο Κύριος δεν ήταν εγκόσμιος βασιλεύς. Γι’ αυτό και σε λίγες μέρες τα συναισθήματά τους άλλαξαν τόσο ραγδαία. Και Τον σταύρωσαν.
Καθώς εισερχόμαστε οι πιστοί στην ιερότερη εβδομάδα του χρόνου, την Μεγάλη Εβδομάδα, ας υποδεχθούμε τον Κύριό μας ο Οποίος πορεύεται προς το εκούσιο Πάθος. Μη μείνουμε όμως μόνο σε εξωτερικές συγκινήσεις καθώς θα Τον βλέπουμε οδυνώμενο στο σταυρό. Ούτε να μιμηθούμε τους όχλους της Ιερουσαλήμ στις μεταπτώσεις τους και την επιπολαιότητά τους. Αλλά να λατρεύσουμε τον Νυμφίο της Εκκλησίας μας με πίστη αταλάντευτη. Κατανοώντας ότι αυτός ο Κύριος που πάσχει για μας, που πεθαίνει για μας, είναι ο Κύριος των κυριευόντων και βασιλεύς των βασιλευόντων. Κι ας Τον υποδεχθούμε ως Αρχηγό της ζωής μας και μόνιμο κατακτητή της καρδιάς μας.

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Οσία Μαρία η Αιγυπτία - Ε' Κυριακη των Νηστειων


Οσία  Μαρία η Αιγυπτία - Ε' Κυριακη των Νηστειων 
 
 

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή.
Όταν ήταν 12 χρονών ξέφυγε από την προσοχή των γονιών της και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού.
Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, ένοιωσε 3 έως 4 φορές κάποιαν αόρατη δύναμη μέσα της, που την εμπόδιζε να μπει, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα.
Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ' αυτό, αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές.
Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι' αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ' Αυτόν.
Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα.
Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη.
Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ' ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων. Εύχου υπέρ εμού».

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μια από τις πιο εξαίρετες γυναικείες ασκητικές μορφές είναι και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Κάθε χριστιανός που θα διαβάσει τη ζωή της θα αντλήσει πολύ ωφέλιμα διδάγματα.
Επί 17 χρόνια ζούσε άσωτα μέσα στην ακολασία και την αμαρτία. Από μικρή παρασύρθηκε από το κακό της αμαρτίας και παρέσυρε κι' άλλους σ΄ αυτή.
Στα Ιεροσόλυμα με Θεϊκήν επέμβαση αλλάζει σκέψεις και παίρνει νέες αποφάσεις που τις εκτελεί. Αποβάλλει τον παλαιόν άνθρωπο και φορά τον καινούργιο. Η αμαρτία της δημιούργησε πολλά ψυχικά τραύματα κι' έτσι έφυγε στην έρημο για να κλείσει και να αποβάλλει τις κακίες των πράξεων και να εξαφανίσει το ρύπο που της προκάλεσε η ακολασία. Μετανόησε, έκλαψε, πόνεσε, νήστεψε και προσευχήθηκε. Μεγάλοι οι αγώνες της κα σκληρή η πάλη εναντίον των παθών της. Πολλές οι δυσκολίες, οι ταλαιπωρίες της μέσα στην έρημα, μα τις αντιμετώπισε όλες με ηρωισμό. Τους πολλούς πειρασμούς τους εξουδετέρωσε με αυτοθυσία. Και ο Κύριος άκουσε τους στεναγμούς και τα δάκρυά της, και δέχτηκε τη μετάνοιά της κι έγινε η οσία Μαρία που πρεσβεύει για τη δική μας σωτηρία.
Κι' εσύ, χριστιανέ μου, πρέπει να γνωρίζεις ότι το φάρμακο της αμαρτίας είναι η μετάνοια, που είναι και το ποιο φοβερό όπλο εναντίον του διαβόλου, που στη ταραγμένη εποχή μας στήνει τις παγίδες του και φωλιάζει παντού. Όταν λοιπόν αμαρτήσεις, όπως λέει ο Δαβίδ, «λέγε τας αμαρτίας σου πρώτος διά να δικαιωθής». Και να είσαι βέβαιος ότι με το φάρμακο της μετάνοιας θα χυθεί άφθονα στη ψυχή σου η φιλανθρωπία του Θεού.

ΟΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ
Ο ΑΒΒΑΣ ΖΩΣΙΜΑΣ
Στα μέρη της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ιερομόναχος , που λεγόταν Ζωσιμάς, που από μικρός ανατράφηκε σύμφωνα προς τα μοναχικά έθιμα και ζούσε πολύ ενάρετη ζωή. (Ας μη νομίσει κανένας ότι πρόκειται για το Ζωσιμά εκείνο, που χαρακτηρίσθηκε ετερόδοξος, γιατί είναι άλλος αυτός, και υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο, παρ' όλο που έχουν και οι δυο το ίδιο όνομα).
Αυτός λοιπόν ο Ζωσιμάς, ο ορθόδοξος, αρχικά εμόνασε σε κάποιο μοναστήρι της Παλαιστίνης, όπου εφαρμόζοντας κάθε είδος άσκησης πέτυχε ν' αποκτήσει εγκράτεια σ' όλα. Από τη μια φύλασσε κάθε κανόνα που του παρέδιναν οι πνευματικοί προπονητές του στην αυτού του είδους παλαίστρα, από την άλλη ο ίδιος επενόησε πολλά από τη δική του πείρα στη προσπάθειά του να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πράγματι, δεν απότυχε σ' αυτό το σκοπό που έβαλε, η δε φήμη του έγινε παντού γνωστή, ώστε πολλοί μοναχοί, τόσο από κοντινά, όσο και από μακρινά μοναστήρια πήγαιναν κοντά του και άκουαν τη διδασκαλία του.
Ανάμεσα στις ασχολίες του σπουδαία θέση είχαν η μελέτη και η ψαλμωδία, που ασχολείτο συνέχεια και όταν καθότανε και όταν έτρωγε και όταν έκαμνε εργόχειρο. Λέγουν μάλιστα ότι και συχνά ο Γέροντας αξιωνόταν να βλέπει το Θεό και αυτό να μην φανεί παράξενο, γιατί, «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Αυτός, λοιπόν, ο Ζωσιμάς, έκανε στο μοναστήρι εκείνο πενήντα τρία χρόνια. Έπειτα δε ενοχλήθηκε από μερικούς λογισμούς, ότι δήθεν ήταν σ' όλα τέλειος, χωρίς να έχει ανάγκη τη διδασκαλία άλλου ανθρώπου. Κάποτε του ερχόταν και ο εξής λογισμός: «Άραγε υπάρχει στη γη μοναχός, που μπορεί να με ωφελήσει η να με υπερβάλλει στην αρετή;» Ενώ ο γέροντας σκεφτόταν αυτά, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ' αυτόν και του λέει: «Ώ Ζωσιμά, αγωνίσθηκες ανθρώπινα καλά και εξετέλεσες με επιτυχία τον ασκητικόν αγώνα. Αλλά κανένας άνθρωπος είναι τέλειος, ο δε τωρινός αγώνας είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Να ξέρεις όμως, ότι υπάρχουν κι' άλλοι δρόμοι σωτηρίας και για να πληροφορηθείς γι' αυτούς βγες από τη γη σου και από τους συγγενείς σου, καθώς ακριβώς ο Αβραάμ, ο πρώτος από τους Πατριάρχες, και πήγαινε σ' εκείνο το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη ποταμό».
Αμέσως, λοιπόν, ο Γέροντας ακολουθώντας τις πιο πάνω οδηγίες βγήκε από το μοναστήρι του και οδηγήθηκε από τον άγγελο σ' εκείνο το μοναστήρι του Ιορδάνη, που τον διέταξε ο Θεός να έλθει. Αφού δε κτύπησε την πόρτα του μοναστηριού, συνάντησε πρώτα το μοναχό, που φύλαγε την εξώπορτα κι' αυτός τον παρουσίασε στον ηγούμενό του. Εκείνος δε, όταν είδε το σχήμα του και το ευλαβικό του ήθος, τον ρώτησε, αφού έβαλε τη συνηθισμένη στους μοναχούς μετάνοια κι' έλαβε ευχή: «Από πού είσαι αδελφέ και εξ αιτίας ποιου από τους ταπεινούς γέροντες ήλθες εδώ;» Ο δε Ζωσιμάς αποκρίθηκε: «Όσο με αφορά το «από πού»δεν είναι ανάγκη να σας αναφέρω. Ήλθα δε, πάτερ, χάριν ωφελείας, γιατί έχω ακούσει για σας πολύ σπουδαία και αξιέπαινα πράγματα». Απάντησε δε ο ηγούμενος: «Ο Θεός, αδελφέ, ο μόνος που θεραπεύει την ανθρώπινη αρρώστεια, Αυτός και σένα και μας θα διδάξει τα Θεία θελήματα, διότι άνθρωπος δεν μπορεί να ωφελήσει άλλον άνθρωπο. Επειδή όμως, όπως ανέφερες η αγάπη του Θεού σ' εκίνησε να επισκεφθείς εμάς τους ταπεινούς Γέροντες, μείνε μαζί μας και όλους θα μας θρέψει με τη χάρη του Πνεύματος ο καλός Ποιμένας, που έδωσε την ψυχή του σαν λύτρο για μας». «Όταν είπε αυτά ο ηγούμενος, ο Ζωσιμάς έβαλε και πάλι μετάνοια και ζήτησε ευχή. Ύστερα αποσύρθηκε και από τότε παρέμεινε σ' εκείνο το μοναστήρι. Συνάντησε δε εκεί Γέροντες λαμπρούς στη θεωρία και τη πράξη, λέοντες ως προς το πνεύμα και δουλεύοντες στον Κύριο. Διότι η ψαλμωδία ήταν ακατάπαυστη και το εργόχειρο πάντα στα χέρια τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις φροντίδες της ζωής. Ένα δε μονάχα τους απασχολούσε όλους, πως καθένας απ' αυτούς, θα νέκρωνε το σώμα του στον κόσμο. Σαν τροφή είχαν τα θεόπνευστα λόγια, έτρεφαν όμως και το σώμα τους, αλλά μόνο με τα απαραίτητα, δηλ. το ψωμί και το νερό.
Ύστερα από αρκετές μέρες έφτασε ο καιρός που οι χριστιανοί έκαναν τις ιερές νηστείες, για να καθαριστούν, προκειμένου να προσκυνήσουν το Θείο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Η πύλη του μοναστηριού δεν άνοιξε ποτέ, αλλά ήταν πάντα κλειστή, ώστε οι μοναχοί να κάνουν ανενόχλητοι την άσκησή τους. Άνοιγε μόνο, αν κάποιος μοναχός έβγαινε λόγω ανάγκης, γιατί ο τόπος ήταν έρημος και στους περισσότερους από τα γειτονικά μοναστήρια ήταν όχι μόνο αδιαπέρατος, αλλά και άγνωστος. Φυλασσόταν δε στο μοναστήρι τέτοιος κανόνας, για τον οποίο, όπως φαίνεται, και το Ζωσιμά ο Θεός οδήγησε σ΄ εκείνο το μοναστήρι. Ποιος ήταν ο κανόνας και πως φυλασσόταν, θα αναφερθεί πιο κάτω.
Τη πρώτη μέρα της Μ.Τεσσαρακοστής, κατά τη συνήθεια που υπήρχε γινόταν η Θεία λειτουργία και καθένας κοινωνούσε των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων και ύστερα έπαιρνε λίγη τροφή. Έτσι μαζευόντουσαν όλοι στο ευκτήριο, όπου, αφού λεγόταν μακρά ευχή και γινόταν γονυκλισία, οι Γέροντες ασπάζονταν ο ένας τον άλλο και αφού αγκάλιαζαν τον ηγούμενο, βάλλοντας καθένας μετάνοια ζητούσε να πάρει ευχή απ' αυτόν, για να την έχει βοηθό στο προκείμενο αγώνα.
Όταν αυτά γινόντουσαν κατ' αυτό τον τρόπο, η πόρτα του μοναστηριού άνοιγε και ψάλλοντας το «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι» καθώς και το υπόλοιπο μέρος του ψαλμού, έβγαιναν όλοι, αφήνοντας ένα η δύο φύλακες στο μοναστήρι, όχι για να φυλάσσουν τα πράγματα που βρισκόντουσαν σ' αυτό (γιατί δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσαν να πάρουν οι κλέφτες), αλλά για να μη μένει το ευκτήριο αλειτούργητο.
Καθένας δε εφοδιαζόταν, όπως μπορούσε και ήθελε: άλλος μεν έπαιρνε ψωμί, άλλος σύκα ξηρά, άλλος φοινίκια, άλλος βρεγμένα όσπρια, άλλος δε τίποτε άλλο εκτός από το σώμα του και το ράσο που φορούσε. Υπήρχε δε κανόνας απαράβατος σ' αυτούς να μην ξέρει ο ένας πως έκανε εγκράτεια η πως περνούσε ο άλλος, γιατί όταν περνούσαν τον Ιορδάνη, αμέσως καθένας εχώριζε από τους άλλους και κανένας δεν πήγαινε να συναντήσει τον άλλο, αλλά και αν κάποτε ένας απ' αυτούς έβλεπε από μακριά άλλον να έρχεται σ' αυτόν, αμέσως λοξοδρομούσε και πήγαινε σ' άλλο μέρος. Ζούσε δε με τον εαυτό του, ψάλλοντας παντοτινά και δοξάζοντας το Θεό.
Έτσι λοιπόν αφού περνούσαν όλες τις ημέρες της ιερής νηστείας, γυρνούσαν πίσω στο μοναστήρι τη Κυριακή των Βαΐων, φέροντας καθένας μαζί του το καρπό των δικών του κόπων και ξέροντας πως εργάστηκε. Κανένας δε δεν ρωτούσε τον άλλον πως πέρασε. Αυτός λοιπόν ήταν ο κανόνας του Μοναστηριού, που γινόταν με επιτυχία, γιατί καθένας πηγαίνοντας στην έρημο προς τον αθλοθέτη Θεό αγωνιζόταν μόνος του, όχι για ν' αρέσει στους ανθρώπους και να κάνει εγκράτεια επιδεικτικά. Γιατί αυτά που γίνονται με σκοπό ν' αρέσουν στους ανθρώπους, όχι μόνο σε τίποτε δεν ωφελούν εκείνο που τα κάνει, αλλά προξενούν και ζημιά σ' αυτόν.
Τότε και ο Ζωσιμάς, σύμφωνα με τη συνήθεια του κανόνα πέρασε τον Ιορδάνη, μεταφέροντας λίγα μόνο εφόδια για τις ανάγκες του σώματός του και το ράσο που φορούσε. Ενώ δε περνούσε την έρημο εκτελούσε το κανόνα και όπου νυκτωνόταν κοιμόταν κάτω στη γη.
Νωρίς δε το πρωί συνέχιζε το περπάτημα πάντοτε με σταθερό ρυθμό. Ήθελε δε, καθώς έλεγε, να προχωρήσει στο εσωτερικό της ερήμου, με την ελπίδα ότι εκεί θα μπορούσε να βρει κάποιο Πατέρα για ν' ακούσει το λόγο του Θεού. Μάλιστα δε περπατούσε με τόση προσπάθεια, σαν να προχωρούσε σε κάποιο σπουδαίο και γνωστό κατάλυμα. Αφού, λοιπόν, περπάτησε επί είκοσι μέρες, όταν ήταν έκτη ώρα, σταμάτησε για λίγο την οδοιπορία κι' αφού στράφηκε προς την ανατολή, έκανε τη συνηθισμένη προσευχή του. Γιατί συνήθιζε, σ' ορισμένες ώρες της μέρας, να διακόπτει τη πορεία και να ξεκουράζεται λίγο από τον κόσμο, στεκόμενος δε έψαλλε και προσευχόταν γονατιστός.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ
Ενώ δε έψαλλε και έβλεπε τον ουρανό συνέχεια, είδε στα δεξιά του μέρους που καθόταν, μια ανθρώπινη σκιά. Στην αρχή ταράχτηκε, υποπτευόμενος ότι βλέπει φάντασμα δαίμονα και φοβήθηκε . Αφού δε έκανε το σημείο του σταυρού κι' έδιωξε το φόβο, διάκρινε φανερά κάποιον γύρω στο μεσημέρι να περπατά. Είχε μαύρο σώμα από τον καύσωνα και είχε στο κεφάλι άσπρες τρίχες, σαν το βαμβάκι, ήσαν όμως λίγες και έφταναν μέχρι τον τράχηλό του. Όταν τον είδε ο Ζωσιμάς χάρηκε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Η χαρά του ήταν ανέκφραστη, γιατί σ' όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε ζώο η πτηνό η φάντασμα ακόμα. Ζητούσε λοιπόν να μάθει ποιος ήταν ελπίζοντας ότι θα γινόταν αιτία για να γνωρίσει σπουδαία πράγματα.
Όταν δε εκείνος είδε το Ζωσιμά να έρχεται από μακρυά , άρχισε να τρέχει προς το εσωτερικό της ερήμου. Ο δε Ζωσιμάς ξεχνώντας την προχωρημένη ηλικία του και δίχως να λογαριάσει τη κούραση από το περπάτημα, έτρεξε αμέσως για να συναντήσει εκείνον που έφευγε. Αυτός μεν καταδίωκε, εκείνος δε έφευγε.
Επειδή ο Ζωσιμάς έτρεχε πιο γρήγορα, σιγά - σιγά πλησίαζε εκείνον που έφευγε. Όταν δε πλησίασε σε σημείο που μπορούσε να ακουστεί η φωνή του, άρχισε ο Ζωσιμάς να φωνάζει κλαίοντας: «Γιατί με αποφεύγεις, τον αμαρτωλό Γέροντα, ω δούλε του Θεού; Μείνε μαζί μου, όποιος και νάσαι, για την αγάπη του Θεού, για τον Οποίο ήλθες και κατοίκησες σ' αυτή την έρημο, στάσου κι' ευλόγησέ με».
Ενώ ο Ζωσιμάς έλεγε αυτά με δάκρυα στα μάτια, έφτασαν και οι δυο τρέχοντας σε κάποιο τόπο, όπου σχηματιζόταν ένας χείμαρρος ξηρός. Όταν λοιπόν έφτασαν εκεί, εκείνος που έφευγε κατέβηκε και πάλιν ανέβηκε στο άλλο μέρος, ο δε Ζωσιμάς κουρασμένος και μη μπορώντας άλλο να τρέχει, στάθηκε στο άλλο μέρος του χειμάρρου και έκλαψε τόσο πολύ, ώστε τα κλάματά του ακούονταν καθαρά. Τότε εκείνος που έφευγε, άνοιξε το στόμα του και είπε: «Αββά Ζωσιμά, συγχώρησέ με για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν μπορώ να γυρίσω και να σε δω στο πρόσωπο, γιατί είμαι γυναίκα, γυμνή. Αλλά αν θέλεις να δώσεις ευχή σε αμαρτωλή γυναίκα, ρίξε το ράσο που φοράς για να σκεπάσω το σώμα μου και να στραφώ προς εσένα για να πάρω τις ευχές σου». Τότε ο Ζωσιμάς απόρησε γιατί τον φώναζε με τ' όνομά του και σοφός καθώς ήταν αντελήφθηκε ότι ο άγνωστος δεν μπορούσε να τον φωνάζει με τα' όνομά του, εκτός αν είχε υπερφυσικό χάρισμα.
Έβγαλε το ράσο του και της το έριξε από πίσω κι εκείνη αφού το πήρε και σκέπασε το σώμα της, στράφηκε προς τον Ζωσιμά και του είπε: «Τι ήθελες να δεις μια αμαρτωλή γυναίκα; Τι ζητάς να μάθεις από μένα και δεν βαρέθηκες να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο;» Ο δε Γέροντας αφού γονάτισε στη γη, ζήτησε να πάρει ευλογία, σύμφωνα με τη συνήθεια. Επειδή κι' αυτή έβαλε μετάνοια, ήταν και οι δυο στη γη και περίμενε ο ένας τον άλλο να δώσει ευλογία. Αλλά τίποτα από κανένα δε λεγόταν, εκτός από το: «ευλόγησον». Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είπε η γυναίκα προς το Ζωσιμά: «Αββά Ζωσιμά σε σένα αρμόζει να ευλογήσεις και να ευχηθείς, γιατί έχεις τιμηθεί με το αξίωμα του ιερέα και από πολλά χρόνια στέκεσαι μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο». Αυτά προκάλεσαν πολύ φόβο στο Ζωσιμά και ο Γέροντας αφού λούστηκε με ιδρώτα στέναξε και είπε με φωνή που διακοπτόταν: «Ώ πνευματική Μητέρα, και από το ήθος σου φαίνεται ότι εσύ κατά το μεγαλύτερο μέρος έχεις νεκρωθεί για τον κόσμο, είναι δε φανερό, ότι σου δόθηκε μεγαλύτερο χάρισμα από μένα, αφού μου μίλησες με τα' όνομά μου, και είπες ότι είμαι ιερέας, χωρίς να με γνωρίζεις. Επειδή λοιπόν η χάρη δεν εξαρτάται από τα αξιώματα, αλλά από τη ψυχική υπόσταση, εσύ πρέπει να μ' ευλογήσεις για τον Κύριο και να δώσεις σε μένα ευχή, που έχω ανάγκη από τη δική σου τελειότητα».
Αφού υποχώρησε η γυναίκα στην ένσταση του Γέροντα και υπάκουσε, είπε: «Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρωπίνων ψυχών». Όταν δε ο Ζωσιμάς είπε το «Αμήν», σηκώθηκαν και οι δυο από την γονυκλισία και είπε τότε η γυναίκα προς το Γέροντα: «Για χάρη ποιου θέλησες να δεις γυναίκα στερημένη από κάθε αρετήν; Αλλά, επειδή ακριβώς η χάρη του Αγίου Πνεύματος σε καθοδήγησε να μου προσφέρεις, ανάλογα με τη περίσταση, κάποια εξυπηρέτηση, πες μου, πως ζουν οι χριστιανοί; Πως ζουν οι βασιλιάδες; Πως είναι η Εκκλησία;»
Ο δε Ζωσιμάς είπε σ' αυτή: «Μ' ένα λόγο, Μητέρα Οσία, με τις δικές σου ο Χριστός χάρισε σ' όλους ειρήνη. Δέξου όμως παράκληση ανάξιου Γέροντα και ευχήσου για τον κόσμο όλο και για με τον αμαρτωλό, ώστε αυτό το χρονικό διάστημα, που περνώ στην έρημο, να μην αποβεί άκαρπο». Εκείνη δε του απάντησε: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να κάνεις δέηση για με, και για όλους γιατί σε σένα έπεσε ο κλήρος γι' αυτό. Αλλά επειδή με προστάζεις, θα το κάνω με προθυμία»

ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ
Αφού είπε αυτά η γυναίκα, στράφηκε προς την ανατολή και αφού σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται, ψιθυρίζοντας, αλλά δεν ακουόταν καμιά φωνή. Γι' αυτό ο Ζωσιμάς δεν άκουε τίποτε, στεκόταν δε, όπως έλεγε, γεμάτος με πολύ φόβο και βλέποντας προς τα κάτω, χωρίς να λέει τίποτα. Επειδή δε εκείνη καθυστέρησε αρκετά στην προσευχή, αυτός, αφού σηκώθηκε λίγο από τη γονυκλισία, είδε ότι εκείνη είχε ανυψωθεί έναν πήχυ πάνω από τη γη και προσευχόταν, αιωρούμενη στον αέρα.
Όταν είδε αυτό ο Ζωσιμάς φοβήθηκε περισσότερο και έπεσε στο έδαφος και από τη πολλή αγωνία του περιλούστηκε από ιδρώτα. Σε κανένα δεν τολμούσε να πει τίποτα, μόνο δε στον εαυτό του έλεγε συνεχώς το «Κύριε ελέησον». Βρισκόμενος δε ξαπλωμένος στη γη ο Γέροντας σκανδαλιζόταν σκεφτόμενος: «Μήπως είναι πνεύμα και υποκρίνεται ότι προσεύχεται;» Αφού δε η γυναίκα ήλθε κοντά του, τον σήκωσε λέγοντάς του: «Γιατί, Αββά, σε ταράσσουν οι λογισμοί; Μήπως σκανδαλίστηκες εξ αιτίας μου, ότι τάχα είμαι πνεύμα και υποκρίνομαι ότι προσεύχομαι; Μάθε άνθρωπε, ότι είμαι αμαρτωλή γυναίκα, αλλ' είμαι οχυρωμένη με το άγιο βάπτισμα και δεν είμαι πνεύμα, αλλά γη και στάκτη». Και αφού είπε αυτά, σφράγισε με το σημείο του σταυρού το μέτωπο, τα μάτια, τα χείλη, και το στήθος λέγοντας: «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, ας μας ελευθερώσει από το πονηρό και τις παγίδες του».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΖΗΤΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ
Όταν άκουσε και είδε όλ' αυτά ο Ζωσιμάς, έπεσε στο έδαφος και αφού άγγιξε τα πόδια της, είπε δακρύζοντας: «Σε ορκίζω στο όνομα του Χριστού, του Θεού μας, ο Οποίος γεννήθηκε από την Παρθένα, να μην κρύψεις από τον δούλο σου ποια είσαι, από πού , πότε και με ποιο τρόπο ήλθες εδώ στην έρημο και κατοίκησες. Μη μου κρύψεις τίποτα που σε αφορά, αλλά διηγήσου μου τα όλα, για να φανερωθούν τα μεγαλεία του Θεού. Γιατί σοφία κρυμμένη και θησαυρός που δεν φαίνεται δε ωφελούν σε τίποτε, όπως είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή. Πες μου τα λοιπόν, όλα για χάρη του Κυρίου μας, γιατί δεν πρόκειται να τα πεις για να καυχηθείς η να επιδειχτείς, αλλά για να με πληροφορήσεις τον αμαρτωλό και ανάξιο, πιστεύοντας ότι ο Θεός, για τον οποίο ζεις, γι' αυτό το λόγο με οδήγησε σ' αυτή την έρημο, για να μου φανερώσεις δηλαδή όσα σχετίζονται με σένα. Επομένως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να φέρουμε αντίσταση στα σχέδια του Θεού, διότι αν δεν ήταν θέλημα Θεού να σε γνωρίσω και να μάθω πως αγωνίσθηκες, τότε δεν θα άφηνε να σε δει κανείς, ούτε και θα βοηθούσε να κάνω τόσο δρόμο, εγώ που δεν κατόρθωσα να βγω από το κελλί μου».

Η ΟΣΙΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ
Αφού είπε όλ' αυτά και άλλα ο Αββάς Ζωσιμάς, τον πλησίασε η γυναίκα και αφού τον σήκωσε απ' ην γη του είπε: «Ντρέπομαι, Αββά μου, να σου διηγηθώ τα έργα μου, γιατί είναι γεμάτα ντροπή, αλλά επειδή είδες γυμνό το σώμα μου, για να γνωρίσεις καλά όσο αμαρτωλή είναι η ψυχή μου. Είναι λάθος που νόμισες ότι δεν ήλθα να σου διηγηθώ τα όσα με αφορούν, τάχα για να μη καυχηθώ, και τι να καυχηθώ που έγινα όργανο του διαβόλου; Γνωρίζω όμως ότι, όταν αρχίσω την διήγησή μου, θα αναγκαστείς να φύγεις από κοντά μου, όπως φεύγει ένας από το φίδι, μη θέλοντας να ακούσεις τις κακές μου πράξεις. Και όμως θα σου τα διηγηθώ, χωρίς να παραλείψω τίποτε, σε εξορκίζω όμως προηγουμένως να μην σταματήσεις να προσεύχεσαι ίσως βρω έλεος από το Θεό κατά την μέρα της Κρίσης».
Και ενώ τα δάκρυα του Γέροντα έτρεχαν από τα μάτια του χωρίς σταματημό, άρχισε η γυναίκα τη διήγησή της:
«Εγώ αδελφέ, έχω πατρίδα την Αίγυπτο. Ενώ ακόμα ζούσαν οι γονείς μου κι εγώ ήμουν δώδεκα χρονών, τους άφησα και πήγα στην Αλεξάνδρεια. Εκεί πολύ νωρίς παρασύρθηκα σε πράξεις αμαρτωλές και διάφθειρα την παρθενία μου, επειδή επιδόθηκα στο πάθος της πορνείας. Επί δεκαεφτά χρόνια, συγχώρησέ με, υπήρξα άσωτη δημόσια και έγινα πειρασμός για τους ανθρώπους. Αυτό δεν το έκανα, ειλικρινά σας λέω, όχι για να κερδίζω χρήματα, παρ' όλο που πολλοί μου έδιναν αλλ' εγώ δεν τα έπαιρνα, αλλά για να έρχονται πολλοί σε μένα και να ικανοποιούν το πάθος μου. Και μη νομίσεις ότι δεν δεχόμουνα χρήματα γιατί ήμουν πλούσια. Αντίθετα, ζούσα από χειρωνακτική εργασία, έκλωθα ρόκα. Είχα δε ακόρεστην επιθυμία και ακατάσχετον έρωτα, εξ αιτίας των οποίων κυλιόμουν στο βόρβορο. Μάλιστα δε μου φαινόταν ότι αυτή είναι η ζωή, να εκτελώ τη βρισιά της φύσης». Έτσι λοιπόν ζούσα, οπότε ένα καλοκαίρι είδα πολύν κόσμον από τη Λιβύη και Αίγυπτο, που κατευθύνονταν προς τη θάλασσα και ρώτησα ένα απ' αυτούς για να πληροφορηθώ που πήγαιναν. Εκείνος μου απάντησε: «Πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα γιατί μετά από λίγες μέρες θα γιορταστεί η ύψωση του Τιμίου Σταυρού». Είπα τότε σ' αυτόν: «Άραγε δε με παίρνουν κι' εμένα μαζί τους, αν τους ακολουθήσω;» Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Αν έχεις τα ναύλα και τα έξοδά σου, κανένας δε θα σ' εμποδίσει». Είπα τότε σ' αυτόν: «Πραγματικά, ούτε για ναύλα ούτε για άλλα έξοδα έχω χρήματα, και θα μπω σ' ένα πλοίο, προσφέροντας το σώμα μου για αντάλλαγμα αυτών». Γιατί, ο σκοπός που ήθελα να πάω, (συγχωρέστε με Αββά μου)ήταν για να βρω πολλούς εραστές του πάθους μου. Σου τα είπα, Αββά Ζωσιμά, μη μ' αναγκάσεις να σου πω τη ντροπή των έργων μου, γιατί φρίττω, τα γνωρίζει ο Θεός, επειδή θα μολύνω και σένα και τον αέρα λέγοντας όλα τα έργα μου».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΤΗΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΕΙ ΟΛΑ
Ο Ζωσιμάς βρέχοντας με δάκρυα το έδαφος της απάντησε: «Λέγε Μητέρα Οσία, και μη διακόψεις τη συνέχεια της ωφέλιμης αυτής διήγησης». Εκείνη δε πάλι, παίρνοντας το λόγο, πρόσθεσε τα εξής: «Εκείνος ο νέος, αφού άκουσε τα αισχρά λόγια μου, έφυγε γελώντας. Εγώ δε, αφού έρριψα τη ρόκα μου, που κρατούσα, κατά τύχη τότε, έτρεξα προς τη θάλασσα, που είδα να τρέχουν οι άλλοι. Εκεί διάκρινα δέκα η περισσότερους νέους, ωραίους και με σφριγηλό σώμα, που μου φάνηκαν ότι ικανοποιούσαν το σκοπό που επεδίωκα. Στεκόντουσαν δε, και περίμεναν κι' άλλους συνεπιβάτες, γιατί κι' άλλοι που πήγαν μπροστά, μπήκαν μέσα στα πλοία, τότε, εγώ, αφού πήδηξα με αναίδεια στο μέσο τους είπα: «Πάρτε και μένα όπου θα πάτε και σας πληροφορώ ότι δεν θα αποδειχθώ άχρειστη». Μετά, αφού είπα πιο αισχρά ακόμα λόγια, τους έκαμα όλους να γελούν. Εκείνοι δε, αφού αντελήφθηκαν τις αναιδείς διαθέσεις μου, με οδήγησαν στο πλοίο που ήταν έτοιμο, γιατί εν τω μεταξύ έφτασαν κι' εκείνοι, που περίμεναν».
«Όσα δε έγιναν ύστερα, πώς να σου τα διηγηθώ άνθρωπέ μου; Ποια γλώσσα μπορεί να εξιστορήσει η ποια αυτιά ν' ακούσουν, όσα συνέβηκαν μέσα στο πλοίο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού; Δεν υπάρχει είδος ασέλγειας, που να μην έγινε μάλιστα αναγκάζοντάς τους εγώ εκείνους τους άθλιους να την κάνουν».
«Και τώρα Αββά μου, εκπλήσσομαι, πως η θάλασσα ανέχθηκε τις ασέλγειές μου! Πως δεν άνοιξε η γη το στόμα της, για να με καταπιεί ζωντανή ο Άδης, που παγίδεψα τόσες πολλές ψυχές! Αλλά, καθώς φαίνεται ο Θεός ζητούσε τη μετάνοιά μου, γιατί δεν θέλει το θάνατο αμαρτωλού, αλλά περιμένει με μακροθυμία για να δεχτεί την επιστροφή του. Έτσι λοιπόν με τόση πολλή βία, φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα. Όσες δε μέρες πριν τη γιορτή έμεινα στην πόλη, η ζωή μου υπήρξε η ίδια, μάλλον δε χειρότερη, γιατί δεν αρκέστηκα μόνο σ' αυτούς τους νέους που μαζί τους ασελγούσα στο πλοίο, αλλά και πολλούς πολίτες και ξένους μόλυνα».

ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Όταν έφτασε η μέρα της Αγίας Ύψωσης του Σταυρού κι' επρόκειτο να τελεστεί η γιορτή, εγώ μεν, όπως και προηγουμένως, κυνηγώντας ψυχές νέων. Είδα δε ότι, πολύ πρωΐ τη μέρα εκείνη όλοι έτρεχαν στην εκκλησία, οπότε έτρεξα κι' εγώ να πάω μαζί μ' αυτούς. Ήλθα λοιπόν, μαζί τους στο προαύλιο της εκκλησίας και όταν ήλθε η ώρα της Θείας Ύψωσης, προσπαθούσα να μπω, και μέχρι μεν της εξώπορτας, με πολύ κόπο κατόρθωσα να πλησιάσω η ταλαίπωρη. Όταν δε πάτησα το κατώφλι της πόρτας ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανενόχλητα, εμένα κάποια Θεία δύναμη με εμπόδιζε, που δεν μου επέτρεπε να μπω».
«Επειδή δε νόμιζα ότι εξ αιτίας, της γυναικείας αδυναμίας μου συνέβηκε αυτό, αναμιγνυόμουνα με τους άλλους και έσπρωχνα προς τα εμπρός, αλλά μάταια κοπίαζα. Γιατί, όταν πια το άθλιο μου πόδι πάτησε το κατώφλι της πόρτας, όλους τους άλλους δέχτηκε η εκκλησία, εμένα όμως τη δυστυχισμένη δεν δεχότανε: αλλά, όπως ακριβώς αν υπήρχε παρατεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα για ν' αποκλείσει την είσοδο, έτσι κάποια δύναμη με εμπόδιζε και πάλι όταν βρισκόμουν στο προαύλιο».
«Αυτό συνέβηκε τρεις και τέσσερις φορές και όταν πλέον κουράστηκα και δεν μπορούσα άλλο να σπρώχνω και να σπρώχνομαι, έφυγα απ' εκεί και πήγα και στάθηκα σε μια γωνιά της αυλής. Όταν δε συνήλθα, αντελήφθηκα την αιτία, που με εμπόδιζε να δω το ζωοποιό ξύλο. Γιατί άγγιζε τα μάτια της ψυχής μου ο σωτήριος λόγος, που μου υπέδειξε ότι ο βόρβορος των έργων μου ήταν η αιτία να κλείσει σε μένα η είσοδος της εκκλησίας».
«Άρχισα τότε να κλαίω, να οδύρομαι και να κτυπώ το στήθος μου, βγάζοντας στεναγμούς από τα βάθη της καρδιάς μου. Ενώ δε έκλαια, είδα πάνω από το τόπο που στεκόμουνα, την εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου, και είπα σ' αυτήν: «Παρθένα Δέσποινα, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω την αγία εικόνα Σένα της Αειπαρθένης, Σένα της Αγνής, Σένα της οποίας το σώμα και η ψυχή είναι καθαρή και αμόλυντη, εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών, αλλά είναι δίκαιο να με μισείς και ν' αποστρέφεσαι την άσωτη. Επειδή όμως, καθώς άκουσα γι' αυτό το λόγο, ο Θεός που Τον γέννησες, έγινε άνθρωπος για να καλέσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, βοήθα με, που είμαι μόνη και δεν έχω κανένα να μου συμπαρασταθεί. Διάταξε να επιτραπεί και σε με η είσοδος στην εκκλησία για να δω το άγιο Ξύλο, πάνω στο οποίο έδωσε το αίμα του ο Γιός σου για τη δική μου σωτηρία. Διάταξε, ν' ανοίξει και για με η πόρτα της Θείας προσκύνησης του Σταυρού και βάζω στο Γιό σου, σαν εγγυήτρια αξιόχρεη, Σένα. Γιατί πλέον δεν πρόκειται να λερώσω το σώμα μου μ' οποιαδήποτε αισχρή πράξη, αλλά όταν δω το ξύλο του Σταυρού του Γιού σου, θ' αποστραφώ αμέσως το κόσμο και όλα τα κοσμικά και όταν βγω από την εκκλησία θα πάω όπου Εσύ, σαν εγγυήτρια της σωτηρίας μου, θα με οδηγήσεις».
«Όταν είπα αυτά, η πίστη μου θερμάνθηκε και πήρα θάρρος από την ευσπλαχνία της Θεοτόκου. Αφού δε έφυγα από το μέρος εκείνο, όπου προσευχήθηκα, ανεμίχθηκα μ' εκείνους που έμπαιναν στην εκκλησία και κανένας πια δεν υπήρχε που να με σπρώχνει. Πλησίασα την πόρτα, χωρίς κανένα εμπόδιο, οπότε με έπιασε φρίκη και έκσταση και όλο το σώμα μου έτρεμε. Όταν δε έφτασα στη πόρτα που ως τότε ήταν κλεισμένη για μένα, κάθε δύναμη, που προηγουμένως εμπόδιζε την είσοδό μου, τότε εξαφανίστηκε. Έτσι μπήκα χωρίς κόπο, στα Άγια των Αγίων και αξιώθηκα να δω το ζωοποιό Σταυρό και τα μυστήρια του Θεού, ο Οποίος ήταν έτοιμος να δεχτεί την μετάνοιά μου. Αφού λοιπόν έπεσα κάτω και προσκύνησα το άγιο εκείνο έδαφος, βγήκα έξω κι' έτρεξα στην εγγυήτριά μου. Όταν έφτασα στον τόπο εκείνο που υπογράφτηκε το χειρόγραφο της εγγύησης, γονάτισα μπροστά, στην εικόνα της Αειπάρθενης και της είπα αυτά τα λόγια:

Η ΟΣΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Εσύ μεν, ω φιλάγαθε Δέσποινα, μου έδειξες τη φιλανθρωπία Σου, Εσύ δεν επεριφρόνησες τη δέηση της ανάξιας δούλης σου. Είδα δόξα που δικαιολογημένα δεν βλέπουμε εμείς οι άσωτοι. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός , ο οποίος δέχεται με τη μεσιτεία Σου τη μετάνοια των αμαρτωλών. Ήλθε λοιπόν η στιγμή να εκπληρώσω τη συμφωνία. Οδήγησέ με όπου θέλεις, γίνε δάσκαλος της σωτηρίας μου καθοδηγώντας με στο δρόμο της μετάνοιας».
«Τότε ακούστηκε μια φωνή από μακρυά που φώναζε: «Εάν περάσεις τον Ιορδάνη θα βρεις καλή ανάπαυση».
Εγώ τότε άκουσα αυτή τη φωνή πίστεψα ότι σε μένα απευθυνόταν και με δάκρυα στα μάτια φώναξα: «Δέσποινα, Δέσποινα, μην με εγκαταλείπεις».»Όταν δε φώναξα αυτά, βγήκα από την αυλή της εκκλησίας και άρχισα αμέσως να περπατώ»
«Ενώ δε έβγαινα με είδε κάποιος και μου έδωσε τρία νομίσματα, με τα οποία αγόρασα τρία ψωμιά. Αφού ζήτησα και πήρα πληροφορίες, βγήκα από την πύλη της πόλης, που έβγαζε στον Ιορδάνη ποταμό και άρχισα με κλάματα την οδοιπορία. Γύρω στη δύση του ήλιου έφτασα στο ναό του Ιωάννη του Βαπτιστή, που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη και αφού προσκύνησα πρώτα, πήγα ύστερα στον ποταμό, όπου έβρεξα τα χέρια και το πρόσωπό μου, και ακολούθως μετάλαβα των αχράντων και ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε άφαγα μισό ψωμί, ήπια νερό από τον Ιορδάνη και κοιμήθηκα στο έδαφος».
«Την άλλη μέρα βρήκα στο μικρό πλοίο, που με πέρασε στο απέναντι μέρος, όπου ζήτησα πάλι την οδηγό μου, για να με οδηγήσει όπου αυτή θα έκρινε ωφέλιμο. Έτσι ήλθα σ' αυτή την έρημο και από τότε μέχρι σήμερα παραμένω εδώ, προσδεχόμενη το Θεό, ο Οποίος διασώζει όλους εκείνους που επιστρέφουν σ' Αυτόν».

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ
Ο δε Ζωσιμάς είπε προς αυτή: «Πόσα χρόνια έχεις, Μητέρα Οσία, που κατοικείς εδώ στην έρημο;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Σαράντα επτά, όπως μου φαίνεται, από τότε που έφυγα από την Αγία Πόλη». Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Και από πού βρίσκεις τροφή, ώ κυρία μου;» Είπε η γυναίκα: «Πέρασα τον Ιορδάνη ποταμό με δυόμισυ ψωμιά, που αφού ξηράνθηκαν έγιναν σαν πέτρες και μ' αυτά τράφηκα ορισμένα χρόνια». Της είπε δε αυτός: «Και έτσι πέρασες τόσα πολλά χρόνια χωρίς να σε ταράξει κανένας πειρασμός;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Με ρώτησες Αββά Ζωσιμά, πράγμα για το οποίο φρίττω και να αναφέρω γιατί αν θυμηθώ τα όσα υπόφερα και τους πειρασμούς που με πρόσβαλλαν, φοβούμαι μήπως και πάλιν προσβληθώ απ' εκείνους «. Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Μην, αφήσεις, κυρία μου, τίποτα, που να μην το αναφέρεις, γιατί αφού σε ρώτησα γι' αυτά πρέπει να μου τα διηγηθείς όλα με κάθε λεπτομέρεια».
Εκείνη, δε του απάντησε: «Πίστευε, Αββά Ζωσιμά, ότι πέρασα 17 χρόνια σ' αυτή την έρημο παλεύοντας εναντίον των παραλόγων επιθυμιών μου, γιατί κάθε φορά που γευόμουν τροφή, επιθυμούσα τα κρέατα και τα ψάρια, που υπήρχαν στην Αίγυπτο, ως και το κρασί που μου άρεσκε, όταν ήμουν στον κόσμο. Ενώ εδώ, ούτε νερό είχα να πιώ και γι' αυτό υπόφερα φοβερά από την έλλειψή του. Επίσης μου ερχόταν η επιθυμία για τα αισχρά τραγούδια, που πάντοτε μ' αναστάτωνε και μ' έσπρωχνε για να τραγουδώ τα τραγούδια των δαιμόνων, που είχα μάθει. Αμέσως όμως, με δάκρυα στα μάτια και με κτυπήματα στο στήθος, έφερα στη σκέψη μου τη συμφωνία που υπόγραψα πηγαίνοντας στην έρημο. Παρευρισκόμουνα νοερά μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Θεοτόκου, της αναδόχου μου και την παρακαλούσα με δάκρυα να διώξει τους λογισμούς, που βασάνιζαν την άθλια μου ψυχή. Όταν δε δάκρυζα πολλήν ώρα και κτυπούσα το στήθος μου, έβλεπα από παντού να λάμπει γύρω μου φως και από τότες, μετά την τρικυμία, βασίλευε ειρήνη μέσα μου».
«Τους λογισμούς δε που με ωθούσαν και πάλι στην πορνεία, πώς να σου τους διηγηθώ, Αββά; Μια φωτιά άναβε μέσα στην ταλαίπωρη καρδιά μου, που μ' εφλόγιζε ολόκληρη και ερέθιζε την επιθυμία της πορνείας. Αμέσως δε μόλις με πρόσβαλλε τέτοιος λογισμός, έπεφτα στη γη και έβρεχα με δάκρυα το έδαφος, επειδή νόμιζα ότι, αυτή που μου εγγυήθηκε, παρευρισκόταν ενώπιον μου, σαν προστάτης και μου επέβαλλε τιμωρίες για την παραβίαση».
«Δεν σηκωνόμουνα από τη γη, έστω κι' αν περνούσε το εικοσιτετράωρο, μέχρις ότου το φως εκείνο, το γλυκό, έλαμπε γύρω μου και έδιωχνε τους λογισμούς που μ' ενοχλούσαν. Τα μάτια λοιπόν, της ψυχής μου είχα συνεχώς στραμμένα προς την εγγυήτριά μου, από την οποία ζητούσα να με βοηθήσει στο πέλαγος αυτό της ερήμου που βρισκόμουνα. Πραγματικά είχα αυτή τη βοήθεια και έτσι πέρασα το διάστημα αυτό των δεκαεπτά χρόνων παλεύοντας εναντίων εκατομμυρίων κινδύνων. Από τότε δε μέχρι τώρα η Βοηθός μου παραστέκεται σ' όλα και με κάθε τρόπο με καθοδηγεί».
Είπε δε ο Ζωσιμάς σ' αυτή: ‘Δεν βρέθηκες λοιπόν, σ' ανάγκη τροφής η ενδύματος;» Εκείνη δε του απάντησε: «Καθώς σου ανέφερα αφού ξόδεψα τα ψωμιά εκείνα, κατά την διάρκεια των δεκαεφτά χρόνων τρεφόμουνα με βότανα και άλλα πράγματα που έβρισκα στην έρημο. Το ιμάτιο, που είχα, όταν πέρασα τον Ιορδάνη, καταστράφηκε κι' έτσι ένοιωθά πολύ κρύο την νύχτα και ζέστη τη μέρα. Τόσο δε καιρό καιόμουνα από τη παγωνιά, ώστε πολλές φορές συνέβηκε να πέσω κάτω και να μείνω σχεδόν ακίνητη και αναίσθητη, είχα δε να παλέψω εναντίον πολλών και ποικίλων συμφορών και ανήκουστων πειρασμών. Από τότε δε μέχρι σήμερα η ποικίλη δύναμη του Θεού διατηρούσε την αμαρτωλή ψυχή μου, και εννοώ τα διάφορα κακά, από τα οποία μ' εγλύτωσε ο Κύριος. Έχοντας δε σαν τροφή ανέξοδο την ελπίδα της σωτηρίας μου, τρεφόμουνα και σκεπαζόμουνα με τα λόγια του Θεού, που εξουσιάζει τα σύμπαντα, γιατί καθώς είπε «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».
«Επειδή δε ο Ζωσιμάς άκουσε ότι και αποφθέγματα από την Αγία Γραφή ανάφερε, τόσον από τον Μωυσή, όσο και από τον Ιώβ και από το βιβλίο των ψαλμών, της είπε: Διάβασες ώ κυρία μου, ψαλμούς η άλλα βιβλία;» Εκείνη δε, χαμογέλασε και είπε στο Γέροντα: «Πίστεψέ, άνθρωπέ μου, ότι δεν είδα άλλον άνθρωπό από τότε που πέρασα τον Ιορδάνη, εκτός από το δικό σου πρόσωπο, αλλά ούτε κανένα θηρίο η ζώο από τότε που κατοίκησα σ' αυτήν την έρημο. Επομένως δεν έμαθα καθόλου γράμματα, ούτε και άκουσα κανένα να ψάλλει η να διαβάζει. Αλλά ο λόγος του Θεού, που είναι ζωντανός και ενεργός, αυτός διδάσκει τον άνθρωπο. Ως εδώ τελειώνει η διήγησή μου. Τώρα δε σε εξορκίζω στον ενανθρωπήσαντα λόγο του Θεού να εύχεσαι για μένα την αμαρτωλή».
Αφού εκείνη είπε αυτά, ο Γέροντας βιάστηκε να βάλει μετάνοια, κράζοντας δακρυσμένος:» Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος δημιούργησε μεγάλα και θαυμαστά, ένδοξα και εξαίσια, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός. Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος μου έδειξες όσα χαρίζεις σ' εκείνους που σε φοβούνται. Γιατί αλήθεια δεν εγκαταλείπεις Κύριε, εκείνους που Σε εκζητούν».

Η ΟΣΙΑ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ
Εκείνη δε, αφού έπιασε το Γέροντα, δεν τον άφησε να αποτελειώσει τη μετάνοια, αλλά είπε σ' αυτόν: «Όλ' αυτά που άκουσες, σε εξορκίζω στ' όνομα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του Θεού μας, να μη πεις σε κανένα μέχρι που να πεθάνω. Τώρα πήγαινε στο καλό και πάλι τον ερχόμενο χρόνο θα με δεις. Να κάμεις μόνο για τον Κύριο εκείνο που σου παραγγέλω, στις ιερές νηστείες του ερχόμενου χρόνου μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως ακριβώς υπάρχει συνήθεια να κάνουν στο Μοναστήρι».
«Απορούσε δε ο Ζωσιμάς ακούοντας, ότι και το κανόνα του Μοναστηριού γνώριζε και δεν έλεγε τίποτε άλλο, εκτός: «Δόξα τω Θεώ, ο Οποίος χαρίζει πολλά στους αγαπώντας Αυτόν». Εκείνη δε είπε: «Μείνε λοιπόν, Αββά Ζωσιμά, καθώς είπα στο Μοναστήρι, γιατί αν θελήσεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη πάρε τη Θεία κοινωνία και έλα στο μέρος του Ιορδάνη, που πλησιάζει τις κατοικημένες περιοχές, για να έλθω εκεί να κοινωνήσω των ζωοποιών δώρων, γιατί από τότε που κοινώνησα στο ναό του Προδρόμου, πριν περάσω τον Ιορδάνη δεν ξανακοινώνησα. Γι' αυτό σε παρακαλώ, μην παρακούσεις στη παράκλησή μου, αλλά ‘πωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά αυτά Θεία Μυστήρια, την ώρα που ο Κύριος έκανε μέτοχους τους Μαθητές του τού Θείου Δείπνου. Εις δε τον Αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο του Μοναστηριού, να πεις αυτά: «Πρόσεχε, αδελφέ, από τον εαυτό σου, και από τους μοναχούς του μοναστηριού, γιατί εκεί γίνονται μερικά πράγματα που θέλουν διόρθωση. Αλλά δεν θέλω να πεις τώρα αυτά, αλλ' όταν σου επιτρέψει ο Κύριος». Αυτά αφού είπε και ζήτησε από τον Γέροντα να προσεύχεται και γι' αυτή, αναχώρησε προς την έρημο. Ο δε Ζωσιμάς αφού γονάτισε και προσκύνησε τη γη, όπου ήταν τα ίχνη των ποδιών της, δόξασε τον Θεό και αφού τον ευχαρίστησε , επέστρεψε με σωματική και ψυχική αγαλλίαση δοξάζοντας και ευλογώντας Αυτόν. Αφού δε διαπέρασε πάλιν εκείνη την έρημο, έφτασε στο Μοναστήρι, τη μέρα που συνηθίζουν να επιστρέφουν αυτοί που μένουν σ' αυτό.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
Και καθ' όλο εκείνο το χρόνο, ο Γέροντας ησύχαζε, χωρίς να τολμά να πει σε κανένα τίποτα, απ' όσα είδε, παρακαλούσε μόνο από μέσα του το Θεό να του δείξει και πάλι το πρόσωπο που επιθυμούσε. Στεναχωριόταν δε και λυπόταν πάρα πολύ, όταν σκεφτόταν τη χρονική περίοδο, ήθελε δε, αν ήταν δυνατό, ο χρόνος να γινότανε μία μέρα. Όταν δε έφτασε η Κυριακή που θα άρχιζαν οι ιερές νηστείες, αμέσως μετά την καθιερωμένη ευχή, όλοι μεν οι άλλοι βγήκαν ψάλλοντες, αυτός όμως αρρώστησε και αναγκάσθηκε να μείνει στο Μοναστήρι, οπότε θυμήθηκε την Οσία, που του είπε: «Αν θέλεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό». ¨όταν δε πέρασαν λίγες μέρες ανέλαβε από την αρρώστεια και παρέμεινε το Μοναστήρι.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Όταν δε πάλιν οι μοναχοί επέστρεψαν και έφτασε η νύχτα του Μυστικού Δείπνου, έκαμε όσα τον διάταξε και αφού έβαλε σ' ένα μικρό ποτήρι το Άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, του Θεού μας, αναχώρησε πολύ πρωί, φέροντας μαζί του και μικρό καλάθι από φοίνικα και φακές βρεγμένες. Όταν δε έφτασε στον Ιορδάνη κάθησε στο χείλος του και περίμενε να έλθει η Οσία. Επειδή όμως καθυστερούσε να Έλθει η ιερή γυναίκα, ο Ζωσιμάς παρέμεινε άγρυπνος, βλέποντας προσεχτικά την έρημο και περιμένοντας να τη δει. Έλεγε δε από μέσα του ο Γέροντας καθισμένος: «Μήπως συνέβηκε τίποτε και την εμπόδισε να έλθει; Μήπως ήλθε και επειδή δεν με βρήκε επέστρεψε;»
Αφού είπε αυτά και δάκρυσε και αναστέναξε κα αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, παρακάλεσε τον Θεό, λέγοντας: «Δέσποτα και πάλι επέτρεψε να δω εκείνο που πεθυμούσα κι' έτσι να μη φύγω άπρακτος, ελεγχόμενος από τις αμαρτίες μου». Ενώ όμως προσευχόταν και έλεγε αυτά κλαίοντας, παρέπεσε σ' άλλο λογισμό, λέγοντας από μέσα του: «Όταν έλθει, πως θα περάσει τον Ιορδάνη και να έλθει κοντά μου, αφού δεν υπάρχει πλοίο; Αλοίμονο τότε σε μένα τον ανάξιο και ελεεινό, που θα στερηθώ τέτοιου καλού, να λάβω την ευχήν της Οσίας».

Η ΟΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΑ
Ενώ όμως, ο Γέροντας συλλογιζότανε αυτά, ιδού έφτασε και η Οσία γυναίκα, που στάθηκε στο απέναντι μέρος του ποταμού, απ' όπου ερχόταν. Τότε ο Ζωσιμάς στάθηκε όρθιος χαίροντας και δοξάζοντας τον Θεό.
Αλλά συνέχιζε να παλεύει με το λογισμό, πως δηλαδή θα περνούσε τον ποταμό, οπότε βλέπει αυτήν να κάμει το σημείο του Σταυρού (αν και ήταν νύκτα, όμως έφεγγε, γιατί ήταν πανσέληνος) και αφού περπάτησε πάνω στο νερό ήλθε κοντά του. Μόλις δε εκείνος πήγε να βάλει μετάνοια, εκείνη τον εμπόδισε λέγοντας: «Τι κάμνεις Αββά, θέλεις να βάλεις μετάνοια, εσύ που είσαι ιερέας και μάλιστα κρατάς τα Θεία Δώρα;» Εκείνος υπάκουσε και τότε η Οσία του είπε:
«Ευλόγησε, Πάτερ, ευλόγησε». Ο δε Γέροντας τρέμοντας και θαυμάζοντας και το τέτοιο θέαμα, αποκρίθηκε σ' αυτήν: «Πραγματικά είναι αληθινός ο Θεός, λέγοντας ότι μπορούμε να ομοιωθούμε μαζί Του, φτάνει να θελήσουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος δεν στέρησες το έλεός σου από μένα το δούλο σου. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος μου φανέρωσες μέσω αυτής της δούλης Σου, πόσον απέχω από την τελειότητά».
Ενώ έλεγε αυτά η γυναίκα ζήτησε να πει το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και όταν τέλειωσε τον ασπάστηκε κατά τη μοναχική συνήθεια και μετάλαβε των Ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα κα είπε: «Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου».
Τότε λέει στον Γέροντα: «Συγχώρησέ με, Αββά, και εκπλήρωσε μου και άλλην επιθυμίαν. Να γυρίσεις τώρα με τη βοήθεια του Θεού στο Μοναστήρι και τον ερχόμενο χρόνο να έλθεις και πάλι σ' εκείνο τον χείμαρρο, όπου με συνάντησες την πρώτη φορά. Να έλθεις οπωσδήποτε και θα με δεις καθώς θέλει ο Κύριος». Ο δε Ζωσιμάς της αποκρίθηκε: «Μακάρι να ήμουν άγιος από τώρα να σε ακολουθήσω και να βλέπω παντοτεινά το τίμιό Σου πρόσωπο. Αλλά πάρε και φάε από τη λίγη αυτή τροφή που σου έφερα». Και λέγοντας αυτά, της έδωσε το μικρό καλάθι που κρατούσε. Η δε γυναίκα, αφού πήρε με τα άκρα των δακτύλων της τρεις κόκκους φακής, τους έβαλε στο στόμα της λέγοντας: «Είναι αρκετή η χάρη του Αγίου Πνεύματος, να συντηρεί και να φυλάει την ουσία της ψυχής καθαρή». Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τον Γέροντα και του ζήτησε να προσεύχεται στον Κύριο γι' αυτή την αμαρτωλή. Ο Γέροντας άγγιξε τότε τα πόδια της Οσίας και αφού προσευχήθηκε με δάκρυα και στεναγμούς, την άφησε να φύγει, γιατί δεν τολμούσε να κρατήσει περισσότερο την ακράτητη. Η δε Οσία, αφού έκαμνε και πάλι το σημείο του Σταυρού, περπάτησε πάνω στο νερό του ποταμού, όπως και προηγουμένως και τον διαπέρασε. Ο δε Γέροντας γύρισε πίσω με πολύ χαρά και φόβο συγχρόνως, αλλά περιγελούσε τον εαυτό του, γιατί δεν ρώτησε να μάθει τα' όνομα της Οσίας, έλπιζε όμως να το πετύχει τον ερχόμενο χρόνο.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ
Όταν δε πέρασε ο χρόνος, ο Ζωσιμάς ήλθε πάλι στην έρημο κα πήγε να δει εκείνο το παράδοξο θέαμα. Αφού περπάτησε όλο το δρόμο και έφτασε στο τόπο που ζητούσε κοίταξε δεξιά, και αριστερά, προσπαθώντας να συλλάβει σαν έμπειρος κυνηγός το θήραμά του. Επειδή όμως δεν έβλεπε πουθενά τίποτα να κινείται άρχισε να κλαίει πικρά και αφού σήκωσε το βλέμμα ψηλά προσευχήθηκε λέγοντας: «Δείξε, μου Δέσποτα το θησαυρό, δηλαδή τον επίγειο Άγγελο, του οποίου ο κόσμος δεν είναι άξιος». Και ενώ ευχόταν αυτά, έφτασε στο γνωστό τόπο, όπου βρήκε την Οσία νεκρή με σταυρωμένα τα χέρια και στραμμένη προς την ανατολή και αφού Έτρεξε κοντά της έπλυνε τα πόδια με τα δάκρυά του, γιατί δεν τολμούσε σε κανένα άλλο μέρος να την αγγίξει.
Αφού λοιπόν δάκρυσε αρκετά και είπε τους κατάλληλους ψαλμούς, ανέπεμψε επιτάφια ευχή κα είπε από μέσα του: «Μήπως πρέπει να θάψω το λείψανο της Οσίας; Ή μήπως όχι, γιατί δεν της αρέσει αυτό;», Και ενώ σκεφτόταν αυτά, είδε κοντά στην κεφαλή της χαραγμένες στη γη λέξεις: «Αββά Ζωσιμά, θάψε σ' αυτό τον τόπο το λείψανο της Μαρίας και προσευχήσου στο Θεό για μένα, που πέθανα το μήνα Φαρμαιθί (Απρίλιο), την πρώτη εκείνη νύκτα του σωτηρίου Πάθους, κατά την οποία κοινώνησα». Όταν ο Γέροντας τα διάβασε, χάρηκε που έμαθε το όνομα της Οσίας και έμαθε ότι μόλις κοινώνησε τα Θεία Μυστήρια ήλθε σ' αυτό το μέρος για να περπατήσει, με πολύ κόπο, η Μαρία τον κάλυψε σε μιάν ώρα και αμέσως μετά παρέδωσε τη ψυχή της στο Θεό.

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΗΣ
Δοξάζοντας δε το Θεό και βρέχοντας το σώμα της Μαρίας με δάκρυα είπε από μέσα του: «Είναι ώρα πετεινέ Ζωσιμά, να εκτελέσεις τη διαταγή, αλλά πως θα βγάλεις, ταλαίπωρε, λάκκο, χωρίς να έχεις κανένα μέσο στα χέρια σου;» Και αφού είπε αυτά, είδε πιο πέρα ένα μικρό ξύλο πεταμένο στη γη, που αφού το πήρε άρχισε να σκάβει. Επειδή όμως το έδαφος ήταν σκληρό δεν σκαβότανε , έτσι ο Γέροντας υπόφερε κοπιάζοντας και ιδρώνοντας. Μια στιγμή αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς του και αφού σήκωσε το πρόσωπο, είδε ένα μεγάλο λιοντάρι να στέκει δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλύφει τα ίχνη της.
Αυτός μόλις είδε το θηρίο, τρόμαξε από φόβο αλλ' όταν θυμήθηκε τα λόγια της Οσίας, που είπε ότι ουδέποτε είδε θηρίο, έκαμε το σημείο του Σταυρού και πίστεψε ότι η δύναμη της Οσίας θα τον προφυλάξει από κάθε κίνδυνο. Το δε λιοντάρι αφού ήλθε κοντά στον Γέροντα τον έγλυφε στα πόδια. Τότε ο Ζωσιμάς αφού στράφηκε σ' αυτό είπε: «Επειδή ώ θηρίο, η Μεγάλη επέτρεψε να ταφεί το λείψανό της και επειδή εγώ είμαι γέρος και δεν μπορώ να σκάψω λάκκο (αλλ' ούτε και κανένα εργαλείο κατάλληλο έχω, γι' αυτό το σκοπό, και ούτε μπορώ να επιστρέψω και να το φέρω εξ' αιτίας της μεγάλης απόστασης), άνοιξε εσύ το λάκκο με τα νύχια σου, για να αποδώσουμε στη γη το λείψανο της Οσίας». Αμέσως μετά τα λόγια του Γέροντα, το λιοντάρι έσκαψε με τα μπροστινά του πόδια λάκκο, όσο χρειαζόταν για τη ταφή του σώματος.
Ο Γέροντας, αφού και πάλι έπλυνε με δάκρυα τα πόδια της Οσίας και αφού την παρακάλεσε πολύ να πρεσβεύει προς τον Θεό υπέρ πάντων σκέπασε το σώμα με χώμα, ενώ παρευρισκόταν και το λιοντάρι. Κάλυψε δε το σώμα της Οσίας μ' εκείνο το σχισμένο ιμάτιο, που της είχε ρίξει από πίσω της ο Ζωσιμάς τη πρώτη φορά ου τη συνάντησε και από τότε η Μαρία κάλυπτε μ' αυτό ορισμένα μέρη του σώματός της.
Ύστερα αναχώρησαν και οι δυό, και το μεν λιοντάρι προχώρησε σαν πρόβατο στο εσωτερικό της ερήμου, ο δε Ζωσιμάς γύρισε πίσω στο Μοναστήρι ευλογώντας και δοξάζοντας το Θεό, διηγήθηκε δε όλα στους μοναχούς, χωρίς ν' αποκρύψει τίποτα, απ' όσα είδε κι' άκουσε. Εκείνοι δε όταν άκουσαν αυτά τα μεγαλεία του Θεού, υπερθαύμασαν και με πολύ φόβο και πόθο τηρούσαν τη μνήμη της Οσίας. Ο δε ηγούμενος Ιωάννης, αφού ερεύνησε και βρήκε σύμφωνα με τα λόγια της Οσίας μερικά σφάλματα στο μοναστήρι, φρόντισε και τα διόρθωσε, για να μη βγει και σ' αυτό το θέμα άχρηστος ή μάταιος ο λόγος της Οσίας. Στο μοναστήρι δε τούτο πέθανε και ο Αββάς Ζωσιμάς, σε ηλικία 100 χρονών.
Ορθόδοξον Ίδρυμα "Απόστολος Βαρνάβας"

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 2018 - ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ -





Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ  
25η ΜΑΡΤΙΟΥ 2018 
- ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ -
 
Θεομητορική Εορτή της Χριστιανοσύνης, σε ανάμνηση της Χαρμόσυνης αναγγελίας από τόν Αρχάγγελο  Γαβριήλ προς την παρθένο Μαρία , ότι δηλαδή , αυτή θα γεννήσει τον Υιό του θεού.
Όλα αυτά συνέβησαν όταν ό Γαβριήλ παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά στην παρθένο Μαρία και της απεύθυνε τον Χαιρετισμό << Χαίρε και Χαριτωμένη ,  ο Κύριος μετά σού>>  και με καθησυχαστικό τρόπο συνεχίζει να της λέει <<μη φοβού  Μαριάμ>>  , δηλαδή να μην φοβάσαι, <<εύρες γάρ χάριν παρά τώ Θεώ>> , γιατί Εσύ βρήκες την Χάρη από τόν Θεό και συνεχίζει << και ιδού  συλλήψη εν γαστρί , και τέξη υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν>> , δηλαδή θα φέρεις στον κόσμο τον υιό του θεού και θα του δώσεις το όνομα Ιησούς.
Παρ’ όλη την ξαφνική της αντίδραση στο γεγονός , συνέρχεται , και γεμάτη από απορία, ρώτησε τον Αρχάγγελό πώς ακριβώς , θα συμβεί αυτό, και αποκρινόμενος της απάντησε, πώς το Άγιο Πνεύμα, μυστηριωδώς και αφανώς, θα ενεργήσει , την σύλληψη του Υϊού του Θεού,  Για να γίνει πιο πιστευτός επικαλέστηκε την θαυμαστή σύλληψη του Ιωάννου του Προφήτου και Προδρόμου από την Ελισάβετ, και πεπεισμένη από τά λεγόμενά του , απάντησε <<ιδού η δούλη κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου>> και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ <<απήλθε>> .
Ή ίδια η Εορτή του Ευαγγελισμός της θεοτόκου, καθιερώθηκε ως εκκλησιαστική εορτή γύρω στον 4ο  αιώνα μ.Χ., και αμέσως μετά την καθιέρωση και ορισμό της ημέρας της Εορτής της Χριστού Γεννήσεως την 25ην Δεκεμβρίου .
Όμως το ίδιο το εκκλησιαστικό γεγονός της Εορτής του Ευαγγελισμού της θεοτόκου, εκτός από τις βυζαντινές εικόνες, έχει και παγκοσμίωε επηρεάσει , πολλούς καλλιτέχνες , όπως οί Ντούτσιο, Λεονάρντο Νταβίντσι, Ελ’ Γκρέκο ( Δομίνικο Θεοτοκόπουλο), , αλλά αναφέρεται και ως γεγονός στο Κοράνιο, το <<Ιερό Βιβλίο>> των Μωαμεθανών , απόδειξη της βαθιάς επιρροής του ίδιου του Μωάμεθ από την χριστιανική διδασκαλία.   
Αλλά και την ίδια ημέρα εορτάζεται ως ιστορικό γεγονός , ως μία από τις δύο Εθνικές Εορτές μας ( 28η οκτωβρίου και 25η Μαρτίου) . Την ημέρα αυτή τιμούμε τους ήρωες της Επανάστασης του 1821,αυτούς δηλαδή πού με το αίμα τους και την θυσία τους , έφεραν την χώρα μα στον ελεύθερο κόσμο, για να μπορούμε εμείς να είμαστε ελεύθεροι . 

Είναι αυτή, ή ίδια ημερομηνία, πού στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας , στην Περιοχή των Καλαβρύτων , ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ύψωσε το Λάβαρο της Επαναστάσεως, και πού μέσα από πολλούς αγώνες και θυσίες από ποταμούς, αίματος από απλούς καθημερινούς ανθρώπους, ήρωες, Ιεράρχες και απλούς κληρικούς και μοναχούς , οδήγησε στην απελευθέρωση πρώτα, και έπειτα στην αναγνώριση του νέου ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, το 1830 , με την συνθήκη του Λονδίνου.  

Ο εορτασμός της Εορτής της 25ης Μαρτίου , ως Εθνικής Εορτής καθιερώθηκε , με το Β.Δ. /980 της 15ης Μαρτίου 1838 και πού στις 25 Μαρτίου του ίδιου έτους , έγινε επίσημα ό διπλός εορτασμός.