Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου


Βίος Αγίου

Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου




Ὁ θαυματουργὸς κἂν τέθνηκε Σπυρίδων,
Το
ῦ θαυματουργεῖν οὐκ ἔληξεν εἰσέτι.
Ἀμφὶ δωδεκάτην Σπυρίδων βίοτον λίπε τόνδε.
Βιογραφία
Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα - σημερινή Τρεμετουσιά - όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.

Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών.

Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.

Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «
Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α' προς Τιμόθεον γ' 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο.

Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πού στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Άγιος Σπυρίδων με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του στην Α' Οικουμενική σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (Μικρά Ασία) και στην οποία συμμετείχε, κατατρόπωσε τους Αρειανούς και αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Μάλιστα, όπως αναφέρει η παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού και με το αριστερό χέρι, που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Ε
ἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ' το κεραμίδι φωτιά, δια της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Καὶ τοῦ Υἱοῦ», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε.

Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.

Τα 648 μ.χ. η Κύπρος αντιμετώπιζε μεγάλες επιδρομές από τους Σαρακηνούς και το λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τοποθετήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας (βλέπε
 11 Φεβρουαρίου). Παρέμεινε στην βασιλίδα των πόλεων μέχρις ότου ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος λίγες μέρες πριν την πτώση πήρε τα δύο λείψανα και τα μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης και Μακεδονίας στη Παραμυθιά της Ηπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετήσει τα λείψανα σε σακιά με άχυρα και όποιος τον ρωτούσε τους έλεγε πως είναι τροφή για το υποζύγιό του. Το 1456 μ.Χ. έφτασε στην Κέρκυρα γιατί πίστευε πως τα λείψανα θα ήταν ασφαλισμένα. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή βρίσκονταν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα συμπολίτη του πρόσφυγα τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη και του κληροδότησε το λείψανο του Αγίου.

Μετά τον θάνατο του ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης άφησε κληρονομιά στους γιούς του στο Λουκά και Φίλιππο το λείψανο του Άγιου Σπυρίδωνα Οι δύο αδελφοί θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανο στην Βενετία. Η υπόθεση μάλιστα εκδικάστηκε από την Ενετική Γερουσία. Το ανώτατο δικαστικό όργανο του κράτους αποφάσισε ότι το λείψανο αποτελεί ιδιοκτησία των αδελφών, άρα διατηρούν το αναφαίρετο δικαίωμα να το μεταφέρουν όπου εκείνοι επιθυμούν. Τελικά όμως η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε διότι υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τον Κερκυραϊκό λαό και το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν επέμεινε και επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες στους λαούς οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τη Βενετική σημαία. Το 1512 μ.Χ. συντάχθηκε στην Άρτα δωρητήριο συμβόλαιο στο όνομα της Ασημίνας Καλοχαιρέτη, κόρη του Φιλίππου, η οποία παντρεύτηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη και η οποία με τη σειρά της άφησε διαθήκη που χρονολογείται από τις 25 Νοεμβρίου 1571 μ.Χ. και ορίζει πως το Ιερό Λείψανο του Αγίου παραμένει ως κληρονομιά στους γιούς της και στους απογόνους τους.

Ο ναός ο οποίος στεγάζει σήμερα το σκήνωμα του σγίου, κτίστηκε στα 1589 μ.Χ. και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα του ναού, κτίστηκε το 1620 μ.Χ. Το σημερινό τέμπλο του ναού, κατασκευασνμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 μ.Χ. και είναι έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον Κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852 μ.Χ., ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης Κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Η σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867 μ.Χ. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το οποίο επισκέπτονται χιλιάδες ξένοι και ντόπιοι επισκέπτες. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.

Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629 μ.Χ. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.
Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα
1.    Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;

Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.

Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.
2.    Κάποια άλλη φορά ο Άγιος Σπυρίδωνας, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δεί τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα: «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. ἀφέωνται σοι αἳ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.
3.    Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στήν αμηχανία του ο άγιος θυμήθηκε πώς σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι. Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός». «Ναί! παιδί μου», είπε ο άγιος, «κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς». Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ' εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρὰ τοὶς καθαροίς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Τ
ὸ Σάββατον ἐγένετο διὰ τὸν ἄνθρωπον οὒχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον». (Μάρκ. β', 27).
4.    Μια βραδυά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνο, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί, Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν. Όταν ξημέρωσε και πήγε ο άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλωσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη· αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμοθ. β' 4).
5.    Στις αρχές του 17ου αιώνα μ.Χ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησαΐα, ν' 5) φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. «Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα». Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.
6.    Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.

Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ', 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ' αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ' ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.
7.    Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα - πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ' την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ' την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι' αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.

Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε', 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ' αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.

Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα   της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ' αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α' Ίωάν. ε', 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ... δόξα τω ενεργούντι δια σου... Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.
8.    Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ' αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πως αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι' αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.

Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 μ.Χ. ακολουθούμενος από τη συνοδεία του   πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι' αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ' ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε: «Ποιός είσαι; Πού πάς»; Μια φωνή του απήντησε. «Είμαι ο Σπυρίδων».

Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Η τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.

Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:

«Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον».
9.    Στον Ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 μ.Χ., η Κέρκυρα δεχόταν επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.

Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Αν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ' ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στον γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ' αυτή, μα και σ' άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τ
ῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καὶ θαυματουργὸς θεοφόρε, Σπυρίδων Πατὴρ ἡμῶν· διὸ νεκρᾷ σὺ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καὶ ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχάς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργούντάς σοι Ἱερώτατε. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι· δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τ
ῷ πόθῳ Χριστοῦ τρωθεὶς, Ἱερώτατε, τὸν νοῦν πτερωθείς, τῇ αἴγλῃ τοῦ Πνεύματος, πρακτικὴ θεωρία, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, θυσιαστήριον θεῖον γενόμενος, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἕλλαμψιν.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ἐκ ποιμνίων προβάτων τὴν τοῦ Χριστοῦ, Ἐκκλησίαν ποιμαίνειν προχειρισθείς, ποιμὴν θεοπρόβλητος, σὺ Σπυρίδων ἀνέλαμψας, κακοδοξίας λύκους, ἐλάσας τοῖς λόγοις σου, ἐν εὐσεβείας πόᾳ, αὐτὴν ἐκτρεφόμενος· ὅθεν ἀναμέσον, θεοφόρων Πατέρων, τὴν πίστιν ἐτράνωσας, τῇ σοφίᾳ τοῦ Πνεύματος, Ἱεράρχα μακάριε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Τ
ὸν ἐκ κοιλίας ἡγιασμένον Ἱεράρχην Κυρίου, ἀνευφημήσωμεν νῦν Σπυρίδωνα, τὸν τῆς χάριτος πλάκας δεξάμενον θείας δόξης, καὶ ἐν θαύμασι περιβόητον πᾶσι, καὶ ὡς θερμὸν καὶ αὐτόπτην τῆς θείας ἐλλάμψεως, ὡς τῶν πενήτων προστάτην, καὶ τῶν ἁμαρτανόντων ψυχαγωγόν· οὗτος γὰρ θύων τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ, Ἱεράρχης πιστός ἀναδέδεικται, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἔλλαμψιν.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός· Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός· Χαίροις των λογίων του Πνεύματος ο σπόρος, Σπυρίδων Τριμυθούντος, ποιμήν τρισόλβιε.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή, Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός, Χαίροις των Πατέρων, ωράϊσμα και κλέος, Τρισόλβιε Σπυρίδων, σε μεγαλύνομεν.



12Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015 

ΗΜΕΡΑ ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΣ, ΧΑΡΟΠΟΙΟΣ  & ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ

ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑΝ ΜΑΣ &  ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ! 



ΕΟΡΤΑΖΕΙ Ο ΑΙΔΕΣΙΜΩΤΑΤΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΜΑΣ π. ΣΠΥΡΙΔΩΝ  ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ - ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ  Ο ΕΠΙ 15 ΕΤΗ ΕΦΜΕΡΙΟΣ . 
ΕΥΧΟΜΕΘΑ ΟΠΩΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΔΙΑ ΠΡΕΣΒΕΙΩΝ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΟΝ ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΟΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ & ΙΕΡΑΡΑΡΧΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ ΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΧΕΙ 

ΕΤΗ ΠΟΛΛΑ & ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ 
ΤΗΝ ΚΑΤ'ΑΜΦΩ ΥΓΕΙΑΝ ΚΑΙ ΠΑΣΑΝ ΕΥΛΟΓΙΑΝ 
ΕΙΣ  ΕΝΟΡΙΑΚΟΝ , ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ & ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΝ ΕΠΙΠΠΕΔΟΝ . 

ΕΚ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ 



Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Ο Όσιος Λεόντιος
Details: | Published: 21 February 2013

 Τα πρώτα χρόνια
            Πληροφορίες για το βίο και το έργο του Οσίου Λεοντίου μας παρέχει το Συναξάριον του Νέου Λειμωναρίου, στο οποίο περιέχονται τα σχετικά με τον ιδρυτή της μονής και ένα «Εγκώμιον στον Όσιο Λεόντιο τον εν Αχαΐα» που έχουν διασωθεί.
Το πρώτο κείμενο είναι γραμμένο από το Γεννάδιο Σχολάριο, σχεδόν σύγχρονο του αγίου (1400-1472), πρώτον μετά την Άλωση πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σχολάριος, που ήταν στενά συνδεδεμένος με την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων και ιδιαίτερα με τον Ιωάννη τον Η´, άνθρωπος που ανήκε στην παράταξη των ανθενωτικών. Μετά τον θάνατο του αγίου Μάρκου του Ευγενικού αρνήθηκε να υπογράψει την ένωση των εκκλησιών, που άλλοι ήθελαν ελπίζοντας να τους βοηθήσει με τον τρόπο αυτό η Δυτική Εκκλησία από τους Τούρκους που περιέσφιγγαν την Βασιλεύουσα έτοιμοι να την κατακτήσουν. Είναι εκείνος που είχε το θλιβερό καθήκον να διαπραγματευθεί με το Μωάμεθ τον Πορθητή ότι ήταν δυνατό να σωθεί μετά την καταστροφική λαίλαπα της αλώσεως και να εξασφαλίσει τα προνόμια του Πατριαρχείου, που ακόμα και μέχρι σήμερα ισχύουν. Το δεύτερο κείμενο πρέπει να προέρχεται από κάποιο μαθητή του Γεωργίου Σχολαρίου, ο οποίος εξασκείται στην συγγραφή εγκωμιαστικών λόγων. Από τα κείμενα αυτά μαθαίνουμε ότι ο Λέων, -αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του οσίου Λεοντίου- γεννήθηκε στην Μονεμβασία της Λακωνίας γύρω στο 1377 από την οικογένεια των Μαμμωνάδων, που είχε συγγένεια με την οικογένεια των Παλαιολόγων. Τότε οι Παλαιολόγοι είχαν την έδρα τους στον κοντινό με την Μονεμβασία, Μυστρά, τόπο όπου εστέφθη ο τελευταίος αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
          Οι γονείς του Ανδρέας και Θεοδώρα ήταν άνθρωποι «επιφανείς και θεοφιλείς». Αυτή η μητέρα του, Θεοδώρα, φαίνεται ότι ήταν θυγατέρα του αυτοκράτορα Ανδρονίκου του Δ´ του Παλαιολόγου (1376-1379) και για το λόγο αυτό και στο σύζυγό της Ανδρέα Μαμωνά εμπιστεύεται «πάσης της Πελοποννήσου την αρχήν», δηλαδή δίδει σε αυτόν τίτλο αρμοστού της κεντρικής εξουσίας, πράξη που φανερώνει πέραν του οικογενειακού δεσμού, την εκτίμηση και εμπιστοσύνη του Ανδρονίκου προς αυτόν.
           Τα χρόνια είναι δύσκολα για το Βυζάντιο, είναι η τελευταία εκατονταετία του και χαρακτηρίζεται από την αγωνία μπροστά στην προέλαση των Οθωμανών. Η αυτοκρατορία ήταν σε απελπιστική κατάσταση, αφού είχε ακρωτηριασθεί εδαφικά και είχε καταρρεύσει οικονομικά. Το κρατικό ταμείο ήταν εντελώς άδειο, το διοικητικό σύστημα υπό διάλυση, το νόμισμα είχε υποτιμηθεί και όλες οι πηγές εσόδων είχαν εξαντληθεί. Ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος βρισκόταν σε απόγνωση. Έτσι είχε ανάγκη από ανθρώπους της εμπιστοσύνης του, όπως ήταν ο πατέρας του Αγίου Λεοντίου.
              Στο εξωτερικό και πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη η δράση των Τούρκων είναι ακάθεκτη. Ο Ορχάν υπήρξε ο πρώτος που οδήγησε το λαό του σε κατακτήσεις στην Ευρώπη. Οι Τούρκοι το 1354, επωφελούμενοι από ένα μεγάλο σεισμό, κατέλαβαν το φρούριο της Καλλίπολης. Στην Κωνσταντινούπολη ο λαός καταλήφθηκε από πανικό, πιστεύοντας ότι κινδύνευε άμεσα. Επί Μουράτ Α´ (1361- 1389), οι πόλεις της ερημωμένης Θράκης υπέκυψαν η μία μετά την άλλη. Το 1361 καταλήφθηκε το Διδυμότειχο και λίγο αργότερα η Ανδριανούπολη, όπου ο Σουλτάνος μετέφερε την πρωτεύουσά του (περί το 1365). Τέτοια ήταν λοιπόν η κατάσταση στην Βασιλεύουσα, όταν γεννήθηκε ο Όσιος Λεόντιος, ο οποίος μέσα σε αυτή την δίνη των καιρών έλαβε εξαιρετική ανατροφή από τους γονείς του και εστάλη στην Κωνσταντινούπολη για ευρύτερες σπουδές, όπου έτυχε ιδιαιτέρας φροντίδος, μεγαλώνοντας στο ανακτορικό περιβάλλον με αρετή και ευσέβεια· σε μια Πόλη, που είχε χάσει την ακμή της και που πολύ κοντά στην τελική κατατροφή βρισκόταν.   
               Προικισμένος με οξύτητα νου και με καθαρότητα βίου μέσα σε λίγο διάστημα διδάχθηκε τόσα πολλά όσα λίγοι κατορθώνουν. Παράλληλα με την μόρφωσή του φροντίζει και για την εσωτερική του καλλιέργεια «εκδίδοται», χαρακτηριστικά αναφέρει το συναξάρι «εις μαθητείαν και των ιερών γραμμάτων», τα οποία θα αποτελέσουν το θεμέλιο της μετέπειτα εξέλιξής του. Με αξιοθαύμαστο ζήλο επιδίδεται στις επιστήμες και περισσότερο στην φιλοσοφία, προξενώντας όλων την έκπληξη, μάλιστα και του ιδίου του αυτοκράτορα Μανουήλ Β´ Παλαιολόγου (1391-1425), που για να φθάσει στο θρόνο του Βυζαντίου είχε την ακόλουθη περιπετειώδη ιστορία: Η πίεση στην αδύναμη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αυξήθηκε τώρα σημαντικά. Ο Σουλτάνος ήταν σε θέση να ελέγχει την διαδοχή στο θρόνο και να επιβάλλει απόλυτα την θέλησή του. Το 1390 επέβαλε στο θρόνο τον Ιωάννη Ζ´, ενώ ο διάδοχός του Μανουήλ, διαβιούσε στην αυλή του Σουλτάνου και μάλιστα εξαναγκάσθηκε να συμμετάσχει στην επιτυχή οθωμανική εκστρατεία εναντίον της τελευταίας βυζαντινής πόλεως της Μικράς Ασίας, της Φιλαδελφείας. 
 Ο Μανουήλ τελικά δραπέτευσε και ανέλαβε το 1391 την διακυβέρνηση της Βασιλεύουσας, που αριθμούσε τότε μόλις 50000 κατοίκους, σε μια από τις δύσκολες περιόδους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ακολούθησε ο πρώτος αποκλεισμός της Κωνσταντινουπόλεως από τα στρατεύματα του Βαγιαζήτ (1393-1394), ενώ τα σύνορα της οθωμανικής κυριαρχίας έφθαναν μέχρι το Δούναβη.
                Μέσα σ  αυτή την ατμόσφαιρα και το γενικότερο κλίμα της καταστροφής που επερχόταν για την Πόλη, βρέθηκε κι ο Λέων για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη. Τότε συνέβη το καθοριστικό γεγονός για την έως τότε ζωή του, απέθανε ο πατέρας του. Για τούτο, αναγκάζεται να επιστρέψει στην Μονεμβασία και να σταθεί βοηθός και παρηγορητής της μητέρας του Θεοδώρας, η οποία παρά το ότι ενωρίς διέκρινεν εις αυτόν μοναχικές τάσεις τον παρακινεί να νυμφευθεί. Μολονότι ο Λέων δεν ήτο φιλόκοσμος, πείθεται και οδηγείται εις γάμον από τον οποίον απέκτησε τρία παιδιά.

Ο μοναχικός βίος του Οσίου
            Όταν η Θεοδώρα είδε να λαμβάνει σάρκα και οστά η επιθυμία της για το γάμο του γιου της, εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ενδύεται τον μοναχικόν χιτώνα και σύμφωνα με την παράδοση μεταβαίνει στην αριστερή -δυτική όχθη του ποταμού Σελινούντα, όπου ιδρύει την μονή «Ελπίς των απηλπισμένων», γνωστή σήμερα ως Μονή Πεπελενίτσης. Εκεί η μητέρα του αγίου τελειώνει ειρηνικά τον βίο της.
        Είναι σημαντικό αυτό, διότι η Θεοδώρα, η μητέρα του αγίου Λεοντίου, που είχε νυμφευθεί τον Ανδρέα Μαμωνά, φαίνεται ότι ήταν θυγατέρα του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Δ´ του Παλαιολόγου. Για αυτόν τον λόγο ίσως ο Ανδρέας Μαμωνάς διωρίσθη γενικός διοικητής ολόκληρης της Πελοποννήσου. Επομένως το γεγονός ότι μια πριγκίπισσα και σύζυγος ενός μεγαλοαξιωματούχου να καταλήγει μοναχή, δείχνει την βαθειά πίστη που ήταν ριζωμένη στους γονείς του οσίου και η οποία μεταδόθηκε στον μετέπειτα άγιο υιό τους.
         Μετά από το θάνατο της μητέρας του ο Λέων, έχει διακαή την επιθυμία να ικανοποιήσει το μεγάλο πόθο της ζωής του, δηλαδή να μονάσει. Πείθει λοιπόν την σύζυγό του να μείνει στο σπίτι τους για την φροντίδα των παιδιών τους, και εκείνος αναχωρεί περί το 1410 αρνούμενος τα πάντα για να αφιερωθεί και να υποταχθεί ολοκληρωτικά σ  Εκείνον που αποτελούσε τον Νυμφίον της ψυχής του.
            Ήταν τότε σχεδόν τριαντατριών ετών. Ώριμος και με συνειδητή την απόφασή του παίρνει το δρόμο της μοναχικής ζωής, αφού απαρνήθηκε τα πάντα για να δοθεί στο Χριστό και να πραγματοποιήσει το μεγάλο όνειρο της ζωής και τον πόθο της ψυχής του. Δεν τον πτοούν οι κακουχίες της δύσκολης μοναχικής ζωής, ούτε τον εμποδίζει η αριστοκρατική του καταγωγή και η συγγένειά του με τους Παλαιολόγους. Όλα αυτά τα υπερνικά η αγάπη του στο Χριστό.
        Ενδύεται το μοναχικό σχήμα, λαμβάνει το όνομα Λεόντιος και παραμένει κοντά στον μοναχό Γέροντα Μεννίδη για να ασκηθεί στην ταπείνωση, την υπακοή και την ακτημοσύνη. Εργάζεται τας αγίας εντολάς, καθαίρει τα πάθη του, εξαγνίζει το σώμα του, φωτίζει το νου του και γρήγορα γίνεται καθαρόν δοχείον της χάριτος του Θεού.
            Εχει και ο Λεόντιος το μεγάλο όνειρο να επισκεφθεί το Άγιον Όρος για να ασκηθεί αποτελεσματικότερα στην αρετή. Αναχωρεί για εκεί, όπου επιδίδεται εις μεγαλυτέρους πνευματικούς αγώνες, πλησίον ηγιασμένων και αγωνιστών γερόντων.
           Το Άγιον Όρος την εποχήν εκείνην είχε καθιερωθεί εις την συνειδησιν όλων, διότι πλησίαζε τα πεντακόσια χρόνια από την ίδρυσή του και είχε μέχρι τότε αναδείξει σημαντικές μορφές εναρέτων μοναχών. Εθεωρείτο έκτοτε το εργαστήριο της μοναχικής ασκήσεως και των πνευματικών αγώνων και έτσι κάθε φωτισμένος μοναχός επιζητούσε να φθάσει εκεί για την πνευματική ενίσχυση και την ανατροφοδότησή του στα θέματα της πίστεως. Έμαθε εκεί την μοναχική τάξη και όλα τα σχετικά με το μοναχισμό θεωρεί τον εαυτό του έτοιμο για να φύγει σε δικό του ασκητήριο.
 


Ο Όσιος στην Αχαΐα
             Αφού έζησε για αρκετό χρονικό διάστημα στο Άγιον Όρος, όπου ανδρώθηκε στην αρετή, αναχωρεί δια την Πελόπόννησον και αναζητεί προσευχόμενος τόπον ασκήσεως. Ο Θεός εισήκουσε την προσευχή του «διο και απεκαλύφθη αυτώ», σημειώνει ο συγγραφέας του συναξαρίου του (παρατίθεται στην ακολουθία του), «αφικέσθαι επί τα βόρεια εις το όρος το λεγόμενον Κλωκόν του Γέροντος, άνωθεν Αιγίου της κοινολέκτου Βοστίτζας». Ύστερα από το όραμα αυτό, περί το 1415-1420, ήλθε ο Λεόντιος για να μονάσει στον Κλωκό και συγκεκριμένα στην θέση, όπου σήμερα βρίσκεται το παλαιομονάστηρο.
              Ο βράχος του Κλωκού απότομος και απρόσιτος, θύμιζε λίγο τα Κατουνάκια του Άθωνος, με άγρια και αφιλόξενη φύση προκαλούσε εκ πρώτης όψεως το δέος και το φόβο. Στην βάση του βράχου αυτού υπάρχει ένα φυσικό κοίλωμα, μια σπηλιά. Εκεί εγκαθίσταται ο Όσιος και αμέσως προσελκύει πολλούς μαθητές, που σπεύδουν κοντά στον γέροντα για να μονάσουν. Έτσι δημιουργείται μια χορεία αδελφών μοναχών.
              Ως μαγνήτης είλκυσεν προς αυτόν «τους ακούοντας των μελισταγών διδαχών του». Την εποχή εκείνη, που οι Τούρκοι προήλαυναν και κατακτούσαν την μια μετά την άλλη τις ελλαδικές περιοχές, αλλά και κυρίως αμέσως μετά την Άλωση, οι μονές ήσαν τα αξιοσέβαστα προσκυνήματα και καταφύγια του λαού. Ευσεβείς και πιστοί χριστιανοί κατέφευγαν αθρόα στα μοναστήρια για να ασκήσουν το σώμα και την ψυχή τους, αλλά και να καλλιεργήσουν το πνεύμα και να μορφωθούν, αφού τα μοναστήρια ήσαν ταυτοχρόνως και έξοχα εκπαιδευτήρια.
       Το Συναξάριον αναφέρει ότι οι Δεσπότες του Μορέως Θωμάς και Δημήτριος Παλαιολόγοι, αδελφοί των βασιλέων Ιωάννου Η´ και Κωνσταντίνου ΙΑ´, που συνεδέοντο με συγγενικόν δεσμόν με τον Όσιο, εκτιμήσαντες την ευσέβειάν του, έκτισαν, εις το μέρος όπου ασκήτευε, ναόν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και μονήν, δωρήσαντες εις αυτήν λείψανα αγίων και κυρίως μέρη των φρικτών και αχράντων παθών του Κυρίου, δηλαδή μέρος από τον Τίμιον Σταυρόν, τον Ακάνθινον Στέφανον, τον Σπόγγον και την χλαμύδα του Κυρίου μας, καθώς και μέρος της πλεξίδος του Τιμίου Προδρόμου «...προς αγιασμόν και μέρη των Αγίων Παθών του Σωτήρος... α έφερον τη ιερά τραπέζη επιτίθενται» σημειώνει το Συναξάριον.
        Φρόντισαν ακόμη οι συγγενείς του Παλαιολόγοι να ανακαινισθεί ο προϋπάρχων ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και από τότε πήρε το όνομα «Μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ». Γύρω από το χώρο θα οικοδομηθούν και άλλα οικοδομήματα μέσα και έξω από το μοναστήρι, των οποίων τα ερείπια σώζονται ακόμα και σήμερα. Στο μοναστήρι παραχωρήθηκαν πολλά κτήματα, ενώ παράλληλα κατασκευάσθηκε και υδραγωγείο για τις ανάγκες της μονής· οι Παλαιολόγοι βεβαίωσαν τις παροχές με επίσημα έγγραφα που δυστυχώς δεν σώθηκαν έως σήμερα.




 Η κλίμακα προς το ασκητήριο του Οσίου

 Η Κοίμηση του Οσίου
           Αφού ο Όσιος έζησε 75 έτη εκοιμήθη στην κτητορική μονή του στις 11 Δεκεμβρίου του 1452, έξι μόλις μήνες πριν από την μεγάλη καταστροφή της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους. Ο τάφος του σώζεται εις το παλαιόν ερημητήριόν του. «Το δε τίμιον αυτού λείψανον, εν ω και ζων ηγωνίζετο, κατετέθη εν σπηλαίω, αεί βρύον ιάματα τοις μετά πίστεως αυτώ προστρέχουσι».
           Η ευγενική του καταγωγή, οι λαμπρές φιλοσοφικές σπουδές του, η δόξα από την επιφανή καταγωγή του, τα πλούτη, ακόμα και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις δεν τον εμπόδισαν να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Χριστό. Όλα αυτά έγιναν τα μέσα και τα όργανα για να εξυπηρετηθεί ο μεγάλος σκοπός του.
           Ήδη από λίγο μόνον καιρό μετά την κοίμησή του, η εκκλησία τιμώντας την αγία ζωή του, τον κατέταξε μεταξύ των αγίων της. Ένας από τους σπουδαιότερους μαθητές του Αγίου, ο πρόεδρος (=επίσκοπος) Παλαιών Πατρών Ιωακείμ, θαυμαστής και μιμητής του αγίου, παρακάλεσε το συγγραφέα της ακολουθίας του και του συναξαρίου, πιθανώς τον Γεώργιο (Γεννάδιο) Σχολάριο, να εξυμνήσει και να εγκωμιάσει τον όσιο Λεόντιο.
           Μετά από αρκετά χρόνια, ο επίσκοπος Πατρών Ιωακείμ πήγε στο μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, για να προβεί στην ανακομιδή των λειψάνων του δασκάλου και πνευματικού του πατέρα· δυστυχώς αυτό δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας φοβερού σεισμού, «...σεισμού γενομένου και του άνδρου διασχισθέντος, μηδαμώς τη σορώ ίσχυσαν, επί τω παραδόξω εκπλαγέντες», προσθέτει το συναξάριον· το γεγονός θεωρήθηκε θείο σημάδι και η ανακομιδή αναβλήθηκε για ευθετότερο χρόνο.
          Τον Ιούλιο του 1820, όταν ηγούμενος ήτο ο Σάββας Βερσοβίτης, όταν οι κίνδυνοι από την στυγνή τουρκοκρατία διαφαινόταν ότι έβαιναν προς το τέλος τους, έγινε με τιμές και μεγαλοπρέπεια η μετακομιδή των ιερών λειψάνων του Οσίου Λεοντίου από το παλαιό ερειπωμένο πλέον μοναστήρι, στο νέο των Ταξιαρχών και μέσα σε καλλιτεχνική αργυρή λάρνακα φυλάσσονται σήμερα τα λείψανα του κτήτορος της Μονής, Οσίου Λεοντίου, αποτελώντας γι  αὐτὴν θησαυρό πολύτιμο.

 Το Παλαιομονάστηρο
          Εις την παλαιάν μονήν του Οσίου Λεοντίου υπάρχει σήμερα περίβολος, όπου ο Βυζαντινός ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, και πλησίον του μικρός Ναός με ωραίον τρούλλον, της περιόδου των Παλαιολόγων. Οι τοιχογραφίες του Ναού των Αρχαγγέλων είναι του ΙΣΤ´ αιώνος. Ανεβαίνει ο προσκυνητής μια πέτρινη κλίμακα με 51 σκαλοπάτια από πωρόλιθο στην σκήτη του οσίου, όπου υπάρχει μικρός ναός της Αναστάσεως, ο οποίος είχε κτισθεί από τον Λεόντιο με ημικατεστραμμένες τοιχογραφίες του ΙΣΤ´ αιώνος.
           Λίγο πιο πάνω είναι ο τάφος του Οσίου. Υπεράνω αριστερά του τοίχου φαίνεται ένας σταυρός μέσα σε  πέτρινο πλαίσιο, που φέρει δυσανάγνωστη χρονολογία. Ο σταυρός αυτός με την χρονολογία είναι δείγμα βυζαντινό. Στον τοίχο της πύλης διακρίνεται αψίδα με δύο ωραίους κίονες και λίγο από πάνω ανάγλυφο από μάρμαρο που παρίστανε ένα αμνό φέροντα σταυρό, στοιχεία που -κατά τον καθηγητή Λίνο Πολίτη- αποδεικνύουν ότι η μονή του οσίου Λεοντίου εκτίσθη όντως κατά την Βυζαντινή περίοδο επί Παλαιολόγων. Οι περιπέτειες της μονής αρχίζουν αμέσως μετά την άλωση του 1453. Η πάλη των Ενετών και των Τούρκων για επικράτηση στο χώρο της Πελοποννήσου, οι επιθέσεις των τουρκαλβανών, φθάνουν και στο μοναστήρι. Για την καταστροφή του 1500 μας πληροφορεί κώδικας της μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους. «...εν έτει ζηω´ (1500) επήραν αυτοί (οι Τούρκοι) την Μοθωκορώνην, Αυγούστου 9. Το αυτό έτος έγινε ο εμπρησμός του Μοναστηρίου του Μεγάλου Ταξιάρχου, ήγουν του Γέροντος, το επάνω της Βοστίτζας εν τω όρει του Κλοκού κείμενον Αυγούστου ιε´».
          Η Μονή του Λεοντίου επανεκτίσθη, αλλά επί πατριαρχείας Κυρίλλου του Λουκάρεως του Α´ κατεστράφη εξαιτίας νέας επιδρομής. Το σιγίλλιον του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου του Ε´ του 1749 γράφει σχετικά: «...επί των ημερών του αοιδίμου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κυρ. Κυρίλλου του παλαιού, ότε και πυρίκαυστον γεγονός δι  ἐπηρείας του μισοκάλλου και εξαφανισθέν άρδην, οι εν αυτώ ασκούμενοι πατέρες ανήγειραν και ανωκοδόμησαν αυτό, και εις ην οράται κατάστασιν θεία συνάρσει παρήγαγον, ανανεώσαντες και την αρχαίαν αυτώ σταυροπηγιακήν αξίαν τε και ελευθερίαν...».
          Μετά την καταστροφή, την οποία αναφέρει το σιγίλλιον, οι μοναχοί εγκατέλειψαν το μοναστήρι του Γέροντα και ίδρυσαν στις αρχές του ΙΖ´ αιώνος το κάτω μοναστήρι, το σημερινό των Ταξιαρχών. Το «παλαιομονάστηρο» μετά από πρόχειρη επισκευή, πρέπει να χρησιμοποιούνταν ως καταφύγιο σε ώρα κινδύνου.

 Βιβλιογραφία:
 http://users.uoa.gr/~nektar//orthodoxy/tributes/osios-leontios/01.htm


Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ - 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ :


Ο Άγιος Αμβρόσιος ηταν διακεκριμενος Ρωμαιος πολιτης γεννηθηκε το 340 μ. Χ.Σπουδασε Ρητορικη , Φιλοσοφια και Νομικα . Στα Μεδιολανα ασχοληθηκε με το επαγγελμα του Δικαστη. Φυλασσε με λογια και με εργα την αληθεια και απεδιδε αντικειμενικα την δικαιοσυνη , αν και δεν ειχε βαπτοσθει ακομα Χριστιανος . Οσον αφορα σ'αυτο ομως , how are you απαντα ο θεοπνευστος λογος της Αγιας Γραφης: "αλλ' εν παντι εθνει ο φοβουμενος αυτον και εργαζομενος δικαιοσυνην δεκτος αυτω εστι " (Πραξεις ι ,35). Δηλαδη σε καθε εθνος , οποιος σεβεται και πολιτευεται με δικαιοσυνη, ειναι δεκτος απ' Αυτον, και ειναι δυνατον να αρεσει σ' Αυτον.


 Και πραγματι ο Αμβρόσιος με τη ζωή του ηταν αρεστος απεναντι στον Θεο. Γι'αυτο και τον αξιωσε να βαπτισθει Χριστιανος , να γινει επειτα αναγνωστης, κι'αφου μεσ σε λιγο χρονικο διαστημα περασε ολους τους εκκλησιαστικους βαθμους , μετα απο αποφαση του βασιλια Ουαλεντινου του Α', χειροτονηθηκε Επισκοπος Μεδιολανων.



Ως Επισκοπος Μεδιολανων, ο Αμβρόσιος, ποιμανε αριστα το ποιμνιο του , αγωνιστηκε κατα των αιρεσεων , αλλα και το βασιλια Θεοδοσιο δεν επετρεψε να εισελθει στο ναο, παρα μονο οταν μετανιωσε ειλικρινα για τους φονους που εκανε στον Ιπποδρομο της Θεσσαλονικης. Ο Αγιος Αμβρόσιος πεθανε ειρηνικα το ετος 397 μ.Χ. σε ηληκια 57 χρονων


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ

Ηχος δ' - Ταχύ προκατάλαβε

Ώς θείος διδάσκαλος και Ιεράρχης σοφός , δογμάτων ακρέια μυσταγωγείις τούς πιστούς, Αμβρόσιε Όσιε, λ΄ύεις αιρετιζόντων τήν αχλύν τοίς  σοφοίς λόγοις, φαίνεις τής ευσεββείας τήν θεόσδοτον χάριν έν εί τούς σέ γεραίροντας συντήρει απήμονας.

ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ - Ήχος ...

Τόν τής Αμβροσίας επώνυμον, καί τής Ιταλίας διδάσκαλον , τόν προστάτην τής Χρισού Εκκκλησίας , και Μεδιολάνων τόν Πρόεδρον τόν τού υπάρχου υϊόν, καί τών πτωχών αντιλήπτορα μέγιστον. Αμβρόσιον τό ένδοξον Ιεράρχην πάντες τιμήσωμεν , πρεσβεύει γάρ Κυρίω ελεηθήναι τάς ωυχάς ημών.


Σήμερα λοιππόν είναι μεγάλη ημέρα διά τήν Ιεράν Μητρόπολίν μας . Εορτάζει ο Πνευματικός Πατήρ και Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Υμών κ.κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ .

Τό εκκλησιαστικόν Συμβούλιον του Ιερού Ναού μας καθώς καί ο πιστός Λαός τής Ενορίας μας ευχόμεθα οπως τόν διά πρεσβειών τού Αγιου τού οποίου τμά επαξίως τό όνομα τά υπόλοιπα έτη τής ν τής γεμάτης σωματικής καί πνευματικής κοπώσεως ανώδυνα, αναιπέσχυνατ, ειρηνικά, καί καλήν απολογίαν επί τού φοβερού βήματος  .

,